/10 Ιανουαρίου 2012 /00.01
Georgia: Η τραγουδίστρια των Μπλε απλά τα σπάει...
Είναι σπάνιες οι περιπτώσεις μια μπάντα να έχει διάρκεια στο χρόνο. Οι Μπλε έχουν καταφέρει να γίνουν ένα από τα μακροβιότερα ελληνικά συγκροτήματα και, αν κρίνουμε απο τη συνέντευξή μας με την Georgia, ένα από τα συστατικά της επιτυχίας τους είναι η αυθεντικότητα. Φιλική και προσιτή, από την πρώτη στιγμή νιώθεις ότι την ξέρεις χρόνια, ότι είναι η παλιά σου φίλη που απλά έχετε καιρό να τα πείτε. Ενέργεια που δεν περιορίζεται στις διαπροσωπικές σχέσεις αλλά συνεχίζει και απογειώνεται και στις live εμφανίσεις όπου τα σπάνε!Συνέντευξη στην Κατερίνα Ευσταθιάδου
Που εμφανίζεστε αυτήν την περίοδο;
Στο Love Casual Living, στη Θεσσαλονίκη με την Εβελίνα Παπούλια και τους Zand the Band, όπου έχουμε φτιάξει ένα πρόγραμμα, στο οποίο οι δύο μπάντες συναντούν η μία την άλλη, μπερδευόμαστε, ανταλλάσσουμε μουσικούς και φωνές. Είναι ένα σχήμα στο οποίο υπάρχουν πολλές και καλές φωνές όπως η Ρούλα Μανισάνου, τα «Ψυχραμάκια», η Αντιγόνη, η Ειρήνη και ο Αποστόλης και βέβαια η Εβελίνα με την οποία έχουμε σκεφτεί και διάφορες σκηνοθετικές παρεμβάσεις, οι οποίες νομίζω ότι οδηγούν τη φαντασία αλλού και μαζί με το τραγούδι λειτουργούν σε άλλες κατευθύνσεις. Πρέπει να τονιστεί ότι η συγκεκριμένη σύμπραξη γίνεται μόνο στη Θεσσαλονίκη. Παράλληλα, εμφανιζόμαστε μόνοι μας τις Κυριακές στη Λάρνακα της Κύπρου στο μαγαζί Lush. Επίσης στις 14 Ιανουαρίου παίζουμε στο Passport στην Αθήνα.
Πως αντιμετωπίζεις τις συνεχιζόμενες αλλαγές τόπων και καταστάσεων;
Να σου πω την αλήθεια το αγαπάμε πάρα πολύ, έχουμε μεγαλώσει με αυτό και όποτε μας λείπει, παρόλο που λόγω κούρασης παραπονιόμαστε αρκετές φορές, νομίζω ότι λείπει κυρίαρχο κομμάτι της ζωής μας γιατί ακόμα και ο δρόμος και το ταξίδι είναι υπέροχο πράγμα κυρίως εδώ στην Ελλάδα. Υπάρχει οπωσδήποτε σωματική κούραση αλλά νομίζω ότι το ωραίο του πράγματος, το αναπληρώνει. Το μυστικό είναι να κρατήσεις τον παιδικό σου ενθουσιασμό και να αισθάνεσαι ότι βλέπεις κάθε πράγμα για πρώτη φορά ώστε να μπορείς να απολαμβάνεις τη ζωή σου.
Μίλησε μας λίγο για το νέο σας τραγούδι «Έχω πολύ θυμό»;
Είναι ένα ιδιαίτερο κομμάτι και διαφέρει από τους ήχους που έχουμε βγάλει μέχρι τώρα. Ακόμα και η δομή του είναι μυστήρια καθώς δεν έχει το κλασικό κουπλέ-ρεφρέν αλλά εμπεριέχει και λίγο ραπ με δημοτικό ρυθμό.
Είναι αυτό ένας προάγγελος για τις επερχόμενες δουλειές σας;
Δεν θα το έλεγα, απλώς ήταν μία στάση και το ταξίδι συνεχίζεται. Νομίζω ότι αυτός ο πειραματισμός μας βγαίνει χωρίς να το σκεφτούμε ιδιαίτερα και ανανεώνει και εμάς τους ίδιους αλλά και τη σχέση μας με τους ανθρώπους που μας ακούνε όλα αυτά τα χρόνια. Θεωρώ ότι έχουμε μία καλή συνεννόηση με τον κόσμο και ότι εκτιμάει αυτήν την προσπάθεια.
Με αφορμή το στίχο του τραγουδιού, μπήκες στη διαδικασία να σκεφτείς πράγματα που σε κάνουν να θυμώνεις;
Φυσικά, νομίζω ότι η απαρχή του κοινωνικοοικονομικού ζητήματος που μας απασχολεί όλο αυτόν τον καιρό, πέρα από το οικονομικό το οποίο είναι ίσως η συνέπεια όλων αυτών, είναι ότι τα πράγματα έχουν αλλάξει όσον αφορά τις μεταξύ μας σχέσεις. Έχουμε αποδυναμωθεί, έχουμε σταματήσει να ενδιαφερόμαστε ο ένας για τον άλλον, δεν υπάρχει κοινωνικός ιστός όπως η σχέση με το γείτονα, ο φίλος ο οποίος είναι κοντά και βγαίνουμε να πιούμε έναν καφέ. Δεν νομίζω ότι υπάρχει αυτό στην Ελλάδα και κυρίως στην Αθήνα όπου τα πράγματα πλέον έχουν λάβει χαοτικές διαστάσεις. Μιλάς με τους ανθρώπους περισσότερο από το ίντερνετ και το τηλέφωνο παρά από κοντά, οπότε πιστεύω ότι εκεί είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα.
Εσύ θεωρείς ότι σε ατομικό επίπεδο κάνεις κάτι για να το καταπολεμήσεις;
Εγώ πάντοτε ήμουν πολύ κοινωνικό παιδί και πάντοτε νοιαζόμουνα για το τι συμβαίνει στο διπλανό μου γιατί πάντα πίστευα ότι για να ευτυχήσεις και να υπάρχει μία ισορροπία στη ζωή σου, πρέπει να ισορροπεί και ο πολύ μακρινός σου γείτονας στην άλλη χώρα, στην άλλη ήπειρο, οπότε το θεωρώ αυτονόητο αυτό και πάντα θεωρούσα τον εαυτό μου πολίτη του κόσμου ακόμα και όταν δεν ήταν στη μόδα η παγκοσμιοποίηση και η χρήση του ίντερνετ. Ψαχνόμουνα, ψάχνομαι ακόμα και νομίζω ότι πρακτικά μεγαλύτερο παράδειγμα από τη μουσική δεν υπάρχει. Η μουσική και ο τρόπος που μπορείς να επηρεάζεις με αυτή είναι ίσως ο δρόμος που διάλεξα εγώ για να κάνω τον μικρό μου αγώνα.
Χρησιμοποιείς τα social media;
Είναι ένα πολύ ισχυρό μέσο και πρέπει να σου πω ότι άρχισα να το δέχομαι ως μέσο τον τελευταίο χρόνο. Ήμουν πολύ αντίθετη σε ότι αφορά αυτό γιατί πιστεύω ότι η επικοινωνία σε αυτήν τη μορφή είναι πάρα πολύ επιφανειακή και αυτό με ενοχλούσε. Είναι, όμως, γεγονός ότι είναι χρήσιμο εργαλείο για την επαφή και κάποια πράγματα βασικά που αφορούν τη δουλειά, ειδικά τώρα που έπαψαν να υπάρχουν οι δισκογραφικές εταιρείες. Νομίζω ότι το ίντερνετ είναι απαραίτητο, αλλιώς σταματάς να υπάρχεις. Παρόλο που δίνεται η ευκολία της αμεσότητας, είναι βέβαια πολύ δύσκολο να έχεις διαπροσωπικές σχέσεις με όλο τον κόσμο. Νομίζω όμως και από την άλλη ότι αφαιρεί λίγο και από το δικαίωμα που έχει κάποιος να φαντάζεται. Ίσως το να με γνωρίσει κάποιος να μην έχει τόσο ενδιαφέρον όσο το να φαντάζεται αυτά που θέλει να φαντάζεται και ο ίδιος όχι απαραίτητα από εμένα σαν άτομο προσωπικά αλλά περισσότερο από τη δουλειά μου.
Πλέον είστε από τα μακροβιότερα ελληνικά συγκροτήματα και τα καταφέρατε να μείνετε ενωμένοι. Ποια είναι η «κόλλα» που σας κρατάει μαζί τόσον καιρό;
Νομίζω ότι είναι πολλά μικρά πραγματάκια που φτιάχνουν όντως ένα πολύ δυνατό συστατικό, ένα από αυτά είναι ότι είμαστε πολύ διαφορετικοί άνθρωποι και ο ένας συμπληρώνει τον άλλο. Ένα άλλο είναι ότι ποτέ δε ζητήσαμε πράγματα πέρα του δυνατού όσον αφορά την τέχνη μας δηλαδή δεν κυνηγήσαμε ποτέ τα λεφτά και τη φήμη ιδιαίτερα αλλά αντίθετα, ήμασταν αρκετά μετριοπαθείς όσον αφορά τα θετικά της καλλιτεχνίας. Νομίζω ότι στον κόσμο πλέον φαίνεται και ο απώτερος σκοπός. Δηλαδή εάν κριτήριο να ασχοληθείς με την τέχνη είναι το να γίνεις διάσημος, αυτό φαίνεται. Το μόνο που χρειάζεται είναι να έχεις ανοιχτό μυαλό για να διακρίνεις ορισμένα πράγματα. Επίσης, πιστεύω ότι βοήθησε ότι όσον αφορά τη μουσική ήμασταν πάντα ένα συγκρότημα με κράμα ήχων με αποτέλεσμα να μην κουράσουμε ποτέ καθώς έχουμε βγάλει δίσκους από ροκ, ντίσκο μέχρι και δημοτικό, τζαζ, funk αλλά διατηρώντας πάντα μία συγκεκριμένη ταυτότητα.
Υπάρχουν πάρα πολλές νέες μπάντες, ειδικά απαρτισμένες από φοιτητές που ονειρεύονται πάνω κάτω να κάνουν αυτό που κάνετε και εσείς. Τι θα τους συμβούλευες;
Τα όρια δεν τα θέτει ποτέ κάποιος άλλος, νομίζω ότι τα βάζουμε εμείς οι ίδιοι στον εαυτό μας. Εκτός όμως αυτού, που είναι ένα πράγμα που θέλει πολλή κουβέντα, νομίζω ότι ένας καλός οδηγός είναι ότι ένας καλλιτέχνης, όπως διάβαζα πρόσφατα σε ένα βιβλίο του Νίτσε, πρέπει να έχει ένα πράγμα κυρίως για να μπορέσει να λέγεται καλλιτέχνης και αυτό που κάνει να έχει κάποια αισθητική, να υπάρχει «μέθη». Τι είδους θα είναι αυτό, όπως μέθη για τη ζωή, την άνοιξη ή για τον έρωτα, αναλόγως τι εμπνέει κάποιον είναι αυτό που πρέπει να επικρατεί στην αρχή, στη διάρκεια αλλά και στο τέλος. Νομίζω ότι δεν πρέπει να έχουν τίποτα άλλο στο μυαλό τους. Αν αυτό που έχεις να πεις όντως θέλει να το ακούσει ο κόσμος, θα βρεθεί τρόπος να ειπωθεί.




