Ανδριάνα Μπάμπαλη: pop υπό όρους

Έχει, ομολογουμένως το δικό της στιλ, θεωρεί ότι η pop δε σημαίνει ρηχό και χωρίς αισθητική τραγούδι και κρατάει τις αποστάσεις της στο χώρο. Μιλήσαμε για την καινούρια δισκογραφική δουλειά που κυκλοφόρησε εδώ και λίγες μέρες με τον τίτλο “Ο Τζον-Τζον ζει” και διαπιστώσαμε ότι ξέρει και που βρίσκεται και που θέλει να φτάσει.

Μια ιδέα των δημιουργών του δίσκου, του Στάμου Σέμση και του Νίκου Μωραΐτη, τη βρήκε σύμφωνη και έτσι προέκυψε αυτή η νέα δισκογραφική δουλειά με τη συνεισφορά και του Άρη Κουτσουπάκη στην ενορχήστρωση. Ξεκινήσαμε από τον τίτλο για να ακολουθήσουν και τα υπόλοιπα.

Συνέντευξη στον Κώστα Γιάντσιο

Ο τίτλος του άλμπουμ, “Ο Τζον-Τζον ζει” πως προέκυψε;

Είναι τίτλος τραγουδιού. Έχει μια ειρωνεία του κομμάτι, που ο καθένας μπορεί να την εκλάβει, όπως θέλει. Μπορεί να σημαίνει ότι ο πρίγκιπας του παραμυθιού ή τα ιδανικά μας, όταν ήμασταν πιτσιρίκια υπάρχουν ακόμα ή ότι – πιο ρεαλιστικά – κάνουμε ότι ζουν αλλά δεν ισχύει κάτι τέτοιο πια.

Για πρώτη φορά συνεργάζεσαι αποκλειστικά με έναν συνθέτη και έναν στιχουργό. Δεν μπήκες στον πειρασμό να συμμετέχεις και εσύ στη δημιουργία των τραγουδιών;

Ξεκίνησε ως μία πρόταση του Στάμου Σέμση και του Νίκου Μωραΐτη και δεν το σκέφτηκα καθόλου να εμπλακώ. Ήμουν τόσο χαρούμενη γιατί είναι δύο άνθρωποι που έχω εμπιστοσύνη στη δουλειά τους, οπότε δε χρειάστηκε να κάνω κάτι περισσότερο.

Είναι πιο ολοκληρωμένη μια δουλειά που γίνεται μ’ αυτόν τον τροπό;

Είναι τελείως άλλο πράγμα. Υπάρχει μια αρχή, μέση και τέλος. Ο δίσκος ακολουθεί μια παλιά λογική.

Η εποχή βοηθάει όταν συνήθως ακούγονται δύο – τρία τραγούδια από ένα άλμπουμ που θα γίνει γνωστό;

Γενικότερα επικρατεί μια νοοτροπία “αρπαχτής” και στα μουσικά πράγματα πάρα πολύ. Εδώ έχουμε μια δουλειά με δέκα καινούρια τραγούδια που πιστεύω ότι υπάρχει κόσμος που θα καθήσει να ακούσει, όπως ακούμε τόσες παραγωγές, ελληνικές και ξένες.

Έχεις άγχος όταν πρόκειται να κυκλοφορήσει ένας δίσκος;

Υπάρχει ένα σχετικό άγχος, ιδιαίτερα όταν έχει γίνει κάτι που το πιστεύεις, που το έχουμε δουλέψει πολύ και που έγινε από καρδιάς, θέλεις να έχει ανταπόκριση.

Σε κουράζει η διαδικασία ότι η παραγωγή θα περάσει μετά από άλλα χέρια για να φτάσει στον κόσμο;

Τα πράγματα έχουν γίνει πολύ δύσκολα για την επικοινωνία μιας δουλειάς. Εξαρτάσαι από πολλούς ανθρώπους, από τη διάθεσή και το γούστο τους και πολλές φορές από κάποιους που δεν είναι καν ειδικοί να διακρίνουν κάτι καλό ή κακό, πράγμα δυσάρεστο. Νομίζω ότι υπάρχουν πολλά τραγούδια που δεν ακούσαμε αλλά πιθανώς να είναι πολύ ωραίο. Γι’ αυτό ο καθένας πρέπει να το ψάχνει μόνος του. Από εκεί και πέρα, βρίσκουν και οι δουλειές το δρόμο τους.

Χωρίς να μεσολαβεί κανείς, στην περίπτωσή μας, πως θα περιέγραφες το στίγμα αυτής της δουλειάς;

Ενώ είναι μια δουλειά ολοκληρωμένη, το ωραίο που έχει είναι ότι δεν είναι μονότονη. Υπάρχουν διαφορετικά πράγματα και στιχουργικά και μουσικά. Είναι ένας ποπ δίσκος αλλά έχει και ένα πιο λυρικό στοιχείο που χαρακτηρίζει το Στάμο, ο στίχος δεν είναι πάντα ελαφρύς ή ακόμη κι αν φαίνεται πολύ ελαφρύς, έχει βάθος. Είναι σίγουρα από τα καλύτερα πράγματα που έχω κάνει.
Είμαστε πολύ ευχαριστημένοι από την παραγωγή και όλα έγιναν από μια μικρή ομάδα, που ήμασταν συγκεντρωμένοι πάνω σ’ αυτό που κάναμε, χωρίς να ξεφύγουμε από το στόχο.

Ο όρος “pop” τα τελευταία χρόνια στη χώρα μας έχει χωρέσει σχεδόν τα πάντα. Πιστεύεις θα μείνει κάτι από όλο αυτό ή είναι μια τάση που θα περάσει;

Το αν θα μείνει, θα το δείξει ο χρόνος. Επικρατεί μια μέτρια κατάσταση, χωρίς ιδιαίτερο στίγμα. Δε νιώθεις ότι θα μείνει κάτι, δεν έχω τέτοια αίσθηση αλλά κανείς δεν μπορεί να ξέρει.

Πως συνεχίζεις να εννοείς εσύ την pop μουσική;

Είναι η μουσική που απευθύνεται στον περισσότερο κόσμο, η “λαϊκή” μουσική. ‘Ετσι συνεχίζω να τη βλέπω, απλά δε θεωρώ ότι πρέπει να είναι τόσο φθηνή ή τόσο αναλώσιμη. Μπορεί να έχει και περισσότερη ουσία και να είναι καλόγουστη, χωρίς να χρειάζεται να τα χωρέσουμε όλα, όπως είπες. Έχει ένα ευρύ φάσμα αλλά εδώ το έχουμε εξαντλήσει.

Σε ενδιαφέρει ένα άνοιγμα σε άλλες τέχνες, που ίσως θα συνδυαζόταν με το τραγούδι ή μια performance;

Είναι κάτι που σκοπεύω να κάνω αλλά δεν μπορώ να πω περισσότερα, προς το παρόν.

Πως σου φάνηκε η κινηματογραφική εμπειρία από τη συμμετοχή σου στην «Άπνοια»;

Μου αρέσει έτσι κι αλλιώς ο κινηματογράφος και ήταν μια ευκαιρία να δω πως γίνεται μια ταινία από μέσα. Είναι πολύ περίεργο, όταν το παρακολουθείς από κοντά. Απαιτείται πολλή δουλειά και υπάρχουν πολλές λεπτομέρειες που δε φαντάζεσαι. Η καλύτερη μάθηση, πάντως, νομίζω ότι είναι η ίδια η πράξη.

Τι σε κουράζει στη δουλειά σου αλλά και σε τι βρίσκεις κίνητρο;

Οι διαδικασίες είναι εξοντωτικές στο χώρο. Εκτός του ότι ψάχνεις για δουλειά κάθε λίγο, πρέπει να κυνηγάς ανθρώπους, να έχεις υπομονή, να κρατάς ισορροπίες…

O ανταγωνισμός;

Δεν ασχολούμαι μ’ αυτά αλλά υπάρχει μάλλον. Εγώ δεν έχω πολλά-πολλά με κανέναν, ούτε με τους από μέσα ούτε με τους απ’ έξω κι αυτό το πληρώνεις καμιά στιγμή. Αν δεν ανήκεις σε μια παρέα, σ’ έναν κύκλο, “τρως πόρτα”, όπως λέμε. Από την άλλη το δοκίμασα αλλά δε μου βγήκε.

Το θετικό σκέλος;

Το ότι καθήσαμε τέσσερις άνθρωποι σ’ ένα σπίτι και φτιάξαμε μια δουλειά, που την ακούμε και είμαστε περήφανοι και χαρούμενοι. Βέβαια, όταν πρέπει να ζεις κι από αυτό έχεις και άλλα κίνητρα, βιοποριστικά πια. Πέρα, όμως, από την πίεση και τις στεναχώριες, έχει αυτή η δουλειά και ένα μέρος που δεν αναπληρώνεται, όπως η επαφή με τον κόσμο και όλο αυτό το δημιουργικό κομμάτι.

Πιστεύεις ότι σε περίοδο κρίσης παράγεται τέχνη ή είναι ένα “κλισέ”;

Σίγουρα γίνονται πράγματα από τη στιγμή που ψάχνει ο κόσμος τρόπους να εκφραστεί στα δύσκολα. Η δυσκολία γεννάει πράγματα και περιμένουμε ότι όλη αυτή η κατάσταση θα φέρει κάποια πράγματα.

Έχεις σχεδιάσει εμφανίσεις;

Θα εμφανιστούμε 12 και 13 Νοεμβρίου στη μουσική σκηνή “Δίπλα στο Ποτάμι” με το Στάμο Σέμση και κάποιους καλεσμένους. Είναι αυτό που λέμε ότι θα κάνουμε “tour in Athens” και μετά όπου αλλού (γέλια).

Total
0
Shares
Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *