Φοιτητικές Ιστορίες: 5 λάθος τρόποι να ξεκινήσεις την χρονιά σου (Season Premiere)

«Θα κοπώ. Το νιώθω, θα κοπώ».

Η γκόμενα πρέπει να έχει περάσει τις σημειώσεις της τρεις φορές στο τελευταίο πεντάλεπτο.

«Είμαστε τρία άτομα, και ήρθαμε πρώτοι. Λογικά θα είναι ελαστικός» λέω για να την ηρεμήσω. Είναι αστείο το πώς όλοι οι φοιτητές κατά την διάρκεια της εξεταστικής βρισκόμαστε καθηλωμένοι σε ένα μόνο στάδιο της κατάθλιψης: το παζάρεμα. Ίσως ο καθηγητής ξυπνήσει με κέφια. Ίσως εκτιμήσει που έχω στήσει αντίσκηνο έξω απ’ το γραφείο του από τα χαράματα. Ίσως εκτιμήσει που δεν φόρεσα σουτιέν. Όπως και να ‘χει, έχω ρίξει ένα σχετικό διάβασμα, και είναι οχτώ το πρωί, αποκλείεται να μας πιάσει από τα μούτρα. Και είμαστε κυριολεκτικά τρία άτομα· εγώ, αυτή που φρικάρει, κι ένας τύπος πιο δίπλα. Δεν μιλάει, δεν κουβαλάει σημειώσεις, και είναι πιο άσπρος και καχεκτικός κι απ’ τον θάνατο. Και φοράει σκουφί. Ποιος φοράει σκουφί Σεπτέμβρη μήνα; Είναι κάποιο νέο aesthetic για το οποίο δεν ενημερώθηκα; Χίπστερ γκοθ;

Βλέπουμε τον καθηγητή να πλησιάζει, και ο τύπος βγάζει το σκουφί του. Του λείπουν όλα τα μαλλιά.

 

ΦΟΙΤΗΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ | 5 λάθος τρόποι να ξεκινήσεις την χρονιά σου

 

Μερικές φράσεις που βγήκαν απ’ το στόμα μου όσο απαντούσα στην πρώτη ερώτηση:

-Μισό λεπτό, χρειάζομαι να σκεφτώ.

-Είστε σίγουρος ότι αυτό ήταν στην ύλη;

-Σκέφτομαι.

-Δεν έχω καμία απολύτως ανάμνηση του να διαβάζω αυτό το κεφάλαιο.

Και μετά η άλλη, που ήταν σίγουρη ότι θα κοπεί, παίρνει σειρά, απαντάει με μια ανάσα την ερώτηση, συνειδητοποιώ ότι έχω ανάμνηση να διαβάζω το κεφάλαιο, γιατί ήταν σος κεφάλαιο, και μετά απαντάει σε μια ερώτηση ακόμα. Ο καθηγητής γυρνάει στον τύπο.

«Δεν σας θυμάμαι από τα μαθήματα» του λέει. Και σ’ εμένα το είπε, και δεν ήξερα τι να του απαντήσω. Δεν είχαμε αρκετή οικειότητα για να του πω ότι είχα να πατήσω στην σχολή έναν χρόνο επειδή η περσινή χρονιά μου ήταν ένας αργός και βασανιστικός νευρικός κλονισμός. Άσε που υπήρχαν κι άλλα άτομα μπροστά, έχω και μια αξιοπρέπεια.

«Βασικά, δεν μπορούσα να βρίσκομαι στην σχολή» απαντάει, χαμηλώνοντας το βλέμμα. «Υπήρχαν λόγοι υγείας». Το φαλακρό, πανιασμένο του κρανίο στοιχειώνει το δωμάτιο. Ο καθηγητής του κάνει ερώτηση ούτως ή άλλως, μια εύκολη, που θα απαντούσα κι εγώ. Του τα λέει κουτσά-στραβά.

«Έχει κανείς να προσθέσει κάτι;» ρωτάει και σηκώνω αμέσως το χέρι. Συμπληρώνω κι εγώ τις μαλακίες μου. Γυρνάω να κοιτάξω το παιδί, χαμογελάω. Έτσι, με καλή συνεργασία θα περάσουμε. Φαίνεται απορημένος και ενοχλημένος, και αποστρέφει το βλέμμα. Η άλλη αρχίζει να απαντάει άψογα σε ακόμα μία ερώτηση.

Όταν ο καθηγητής γυρνάει ξανά σ’ εμένα, ρωτάει κάτι που ξέρω, δόξα τον θεό. Εντάξει, το ξέρω είναι σχετικό, μου παίρνει λίγη ώρα να πάρω μπρος και κομπλάρω, και πάνω που έχω αρχίσει να μιλάω, ρωτάει αν κάποιος από τους υπόλοιπους θα ήθελε να με βοηθήσει, κι εκεί είναι που σπάνε τα νεύρα μου. Συγγνώμη, δηλαδή, εγώ πώς θα εκφραστώ;

«Προσπαθώ να συγκεντρώσω τις σκέψεις μου, σας παρακαλώ, αυτό που κάνετε είναι πολύ αγχωτικό!»

«Σας έκανα μια απλή ερώτηση, για να σας βοηθήσω, κι εξακολουθείτε να κομπιάζετε. Πιστεύω πως δεν έχετε μελετήσει ικανοποιητικά. Δείτε το παιδί από εδώ, με τόσα πράγματα στο κεφάλι του…»

Δεν το έκανε. Δεν αναγνώρισε τον καρκινοπαθή ελέφαντα στο δωμάτιο. Παγώνουμε.

«Μπορώ να απαντήσω τώρα;» ρωτάω.

 

Μόλις βγαίνουμε από το γραφείο, έξω έχουν μαζευτεί περισσότεροι φοιτητές, που μας πιάνουν απ’ τα μούτρα για να ταΐσουν το άγχος τους, ρωτώντας τι έπεσε. Ο καθηγητής εμφανίζεται στην πόρτα και φωνάζει να μπουν τρία άτομα. Τον πλησιάζω.

«Μπορώ να σας απασχολήσω ένα λεπτό;»

Σηκώνει το φρύδι. «Τι συμβαίνει;»

«Πρέπει να μάθω αν πέρασα».

«Μου κάνεις πλάκα τώρα;»

«Όχι. Είμαι πέμπτο έτος και θέλω να πάρω πτυχίο φέτος, και διάβασα πολύ γι’ αυτό το μάθημα, και δεν πιστεύω ότι μπόρεσα να το αποδείξω λόγω του τρόπου που εξετάζετε, αλλά είναι αλήθεια, και αξίζω τουλάχιστον ένα πέντε, και θα ήθελα να μάθω αν το πήρα».

Ο καθηγητής έχει μείνει με το στόμα ανοιχτό. «Πόσο αχάριστος μπορείς να είσαι;» Σταυρώνω τα χέρια και τον κοιτάω. «Το άλλο παιδί μπορεί να μην είναι καν εδώ στην επόμενη εξεταστική, αλλά όχι, εσένα σ’ ενδιαφέρει μόνο αν πήρες το πεντάρι σου!» Εξακολουθώ να τον κοιτάω. Δεν πρόκειται να κουνηθώ μέχρι να μου πει αν πέρασα. «Ωραία! Πήρες πέντε! Όχι, πήρες εφτά, αρκεί να μην σε ξαναδώ μπροστά μου! Ελπίζω να είσαι χαρούμενος!»

«Ευχαριστώ» λέω ανακουφισμένος.

«Με αηδιάζεις!»

 

*

 

Η αρχή του πέμπτου έτους κουβαλάει μαζί της ένα αναπόφευκτο αίσθημα αποτυχίας. Περπατάς στους διαδρόμους της σχολής σου και νιώθεις πως δεν ανήκεις εκεί, πως θα ‘πρεπε ήδη να έχεις φύγει. Και τότε αρχίζουν να σου έρχονται σκέψεις που νόμιζες πως είχες ξεπεράσει. Όπως τι θα κάνεις με την ζωή σου. Τι κάνεις αυτή τη στιγμή με την ζωή σου. Σίγουρα, ξεκινούσα αυτή τη χρονιά με δύο καινούριους συγκάτοικους που αγαπώ, και με μία κουλ δουλειά, η οποία δεν με πληρώνει αλλά με κάνει να αισθάνομαι σημαντικός. Αλλά πότε θα πάρω πτυχίο; Πότε θα βρω μία δουλειά που όντως να με πληρώνει, ίσως να μου παρέχει και ασφάλεια; Πότε θα αρχίσω να βγάζω αρκετά λεφτά ώστε να μην αγοράσω ποτέ ξανά κρασί σε πλαστικό μπουκάλι;

«Είσαι για εγγραφή;» με ρωτάει μια τύπισσα. Την κοιτάω από πάνω μέχρι κάτω. Στο πέμπτο έτος, οποιοσδήποτε μικρότερος μου μοιάζει σαν να βγήκε μόλις από το νηπιαγωγείο.

«Μόλις με είδες να βγαίνω από την σχολή, εσύ πιστεύεις ότι είμαι για εγγραφή;»

«Συγγνώμη, πρέπει να ρωτ—»

«Όχι, όχι, όχι. Τώρα μιλάω εγώ. Κοίτα τα μάτια μου. Κοίταξε μέσα στα μάτια μου, και πες μου τι βλέπεις!»

«Είναι κόκκ—»

«Σου είπα να μιλήσεις; Ξέρεις τι βλέπεις μέσα στα μάτια μου; Τίποτα. Το απόλυτο κενό. Βλέπεις απόγνωση, βλέπεις ξενύχτι και βλέπεις συμβιβασμό, γιατί μόλις πήρα πέντε και είπα κι ευχαριστώ. Σου φαίνονται αυτά τα μάτια πως ανήκουν σε κάποιον που είναι για εγγραφή;» Η τύπισσα με κοιτάει τρομαγμένη και φεύγει όσο πιο γρήγορα μπορεί. «Κι αν θες να ξέρεις, ξυρίστηκα χθες, έχω πολλές περισσότερες τρίχες στο πρόσωπο!»

Το κινητό μου που χτυπάει με σταματά απ’ το να φωνάξω περισσότερες ασυναρτησίες μπροστά σε εκατό άτομα. Ο Γιούρι.

«Ορφέα!»

«Εε!»

«Θα μπορούσες να έρθεις από το γραφείο σήμερα;»

Σκατά.

«Το φοβόμουν αυτό. Γιούρι, μην πάρεις βιαστικές αποφάσεις. Το ξέρω, το κείμενο με τα πράγματα που μισούμε στις διακοπές ήταν προσβλητικό για ορισμένα μέρη του κοινού μας, θα προσπαθήσω—»

«Αυτό ακριβώς ήταν το θέμα! Το κείμενο πήγε γαμιώντας! Ήθελα να έρθεις για να το συζητήσουμε!»

Ουάου. «Μόλις βγήκα από την σχολή, μπορώ να έρθω σε λίγο».

«Τέλεια!»

 

*

 

«Πώς ήταν το καλοκαίρι σου;» ρωτάει ο Γιούρι μόλις κάθομαι στο γραφείο του.

«Μη μου κάνεις αυτή την ερώτηση, έχω αλλεργία σ’ αυτή την ερώτηση».

«Οκέι, μπαίνω στο ψητό. Το κείμενο που γκρίνιαζες για το καλοκαίρι πήγε τέλεια!»

«Υπάρχουν άνθρωποι που ταυτίζονται με την γκρίνια μου;» ρωτάω.

«Οι αναγνώστες θέλουν να διαβάσουν κάτι που να δικαιολογεί τις κρυφές σκέψεις τους. Εσύ απλά είσαι ο τύπος που δεν φοβάται να τις εκφράσει».

«Αυτό όμως θέτει ένα σημαντικό ερώτημα…»

«Ναι», με κόβει, «κατά κάποιο τρόπο είναι οι δικές σου σκέψεις που ταυτίζονται με του υπόλοιπου κόσμου, κι αυτό είναι πλήγμα για την μοναδικότητά σου. Αλλά αυτό είναι καλό! Σ’ αυτή την δουλειά θες να είσαι συγχρονισμένος με τα αισθήματα του κοινού!»

«Μα είμαι ο λιγότερο συγχρονισμένος άνθρωπος που ξέρω! Με το οτιδήποτε! Μόλις ανάγκασα έναν καθηγητή να με περάσει ενώ είχε μόλις εξετάσει έναν καρκινοπαθή!» Ο Γιούρι γουρλώνει τα μάτια. «Ας κάνουμε ότι δεν το είπα αυτό».

«Ναι, ας μείνουμε στην γκρίνια. Μπορείς να γίνεις ο Γκρινιάρης μας, όπως στην Χιονάτη!»

«Τις περισσότερες μέρες νιώθω πως είμαι ο Χαζούλης…»

«Όχι, δεν το θέλουμε αυτό. Έχουμε ήδη αρκετούς».

 

*

 

Έκανα δώρο στον εαυτό μου έναν καφέ των πέντε ευρώ. Έχει σιρόπι, σαντιγί και καραμελάκια πάνω, και λογικά θα κάνει το δόντι μου να πονάει μετά, αλλά νιώθω πως το αξίζω. Και θα μου επιτρέψω ένα τσιγάρο. Προσπαθώ να το ελαττώσω, απλά κάποιες στιγμές το χρειάζεσαι.

Είναι ηλίθιο που με τρομάζει το πέμπτο έτος; Το ξέρω πως έχω την καλύτερη υποστήριξη, αλλά το ίδιο δεν νόμιζα και πέρσι, τέτοια εποχή, που είχα τον Αρτέμη; Μερικές φορές οι παρέες είναι σαν τις περιστρεφόμενες πόρτες, και ποτέ δεν ξέρεις ποιος θα μείνει μέσα στο κτίριο. Οκέι, τα παιδιά κυριολεκτικά βρίσκονται μέσα στο κτίριο, ο μόνος τρόπος να βρίσκονταν πιο μέσα ήταν να μην είχαμε ξεχωριστά δωμάτια. Και δεν θέλω να κάνω τέτοιες σκέψεις, τα παιδιά είναι υπέροχοι φίλοι.

Αν και αυτό που με ενοχλεί περισσότερο είναι που δεν μπορώ να σταματήσω να σκέφτομαι ότι όλα αυτά που έχω στο κεφάλι μου τα μοιράζομαι με άλλους διακόσιους εξήντα πέντε φοιτητές. Αν αθροίσουμε τα like και τα share.

 

*

 

«Τι ακριβώς θέλεις;» ρωτάω. Στέκομαι μπροστά σε έναν τοίχο γεμάτο σαμπουάν, αφρόλουτρα, μάσκες και κρέμες.

«Το scrub με το αμύγδαλο» λέει η Μαριλένα.

«Πού υποτίθεται ότι είναι αυτό;»

«Δεν ξέρω, υποθέτω κοντά στα αφρόλουτρα, ψάξε!»

«Δεν μπορώ να το βρω!» Ψάχνω τα ράφια ένα-ένα, και δεν το βρίσκω πουθενά. «Δεν έχεις αρκετό μέχρι να έρθεις να το βρεις εσύ;»

«Θα είχα, αν κάποιος δεν το χρησιμοποιούσε!» φωνάζει στο ακουστικό.

«Χέσου, δεν έχεις αποδείξεις!» ακούω τον Γιώργο από μέσα.

Το μάτι μου πέφτει πάνω σε ένα μπουκάλι που γράφει πάνω scrub. Αλληλούια. Παίρνω μια βαθιά ανάσα. «Σας αγαπώ».

«Κι εμείς σ’ αγαπάμε! Γύρνα γρήγορα, μαγειρεύουμε! Φέρε και κρασί, μας τελείωσε. Όχι ξηρό!»

Κλείνω και ψάχνω να βρω το αμύγδαλο. Βρίσκω μπισκότο και ελιά. Για ποιο λόγο να θες να μυρίζει το δέρμα σου σαν ελιά; Πιο δίπλα είναι ένας τύπος με ένα παιδάκι. Βρίσκω το αμύγδαλο επιτέλους, συγκρατιέμαι να μην κάνω θριαμβευτικό χορό, και το παιδάκι με κοιτάει.

«Τι είναι αυτό;»

«Αυτό είναι για απολέπιση» του λέω. Τι του λέω, πού να ξέρει κι αυτό.

«Τι είναι αυτό;»

«Ασ’ το, Χρήστο, γυναικεία είναι αυτά» του λέει αγριεμένα ο μπαμπάς του. Μου γυρνάει το μάτι. Όχι σήμερα.

«Συγγνώμη;» λέω.

Μου ρίχνει μια ματιά, σοβαρεύει και φουσκώνει το στήθος του. Αν υπήρχε αφηγητής National Geographic, θα έλεγε ότι το κυρίαρχο αρσενικό μπαίνει σε στάση μάχης. «Υπάρχει κάνα πρόβλημα;»

Κρατάω το μπουκάλι μες στα μούτρα του. «Είναι γυναικείο αυτό;»

Το κυρίαρχο αρσενικό κομπλάρει, καθώς έχει συνηθίσει να υποτάσσει τους αντιπάλους του άμεσα γεμίζοντας το στήθος του με αέρα. «Εμ…»

«Τι έχεις εκεί; Σαμπουάν για άντρες; Με δύναμη αρκτικού πάγου; Το σαμπουάν σου έχει μέσα τεστοστερόνη; Όταν λούζεσαι, βαράς μπουνιές στο κρανίο σου γιατί αυτός είναι ο αντρικός τρόπος;»

Με κοιτάει τρομαγμένος, παίρνει το παιδί του πιο κοντά. Έχω χάσει το μέτρημα πόσες φορές με έχουν περάσει για τρελό σήμερα. Καλύτερα. Είμαι πέμπτο έτος. Δεν έχω χρόνο για τις μαλακίες του καθενός.

Φτάνω στον διάδρομο με τα κρασιά. Ετοιμάζομαι να αρπάξω το συνηθισμένο μου φτηνό μπουκάλι, και κοντοστέκομαι. Αρπάζω το ίδιο, φτηνό κρασί του σούπερ μάρκετ, αλλά σε γυάλινο μπουκάλι. Νέα αρχή.

 

 


Ted Diakos.Γράφω ιστορίες για ανθρώπους που έχουν πολλά στο κεφάλι τους, μπας και οργανώσω καλύτερα αυτά που έχω στο δικό μου. Διάβασε τα άρθρα μου εδώ

Leave a Reply

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *