Φοιτητικές Ιστορίες: Γενέθλια

Το μόνο που ήθελα ήταν να αράξω με τους φίλους μου. Θα παραγγέλναμε πίτσα, θα βλέπαμε ταινία, θα ήταν μια φυσιολογική νύχτα. Προφανώς, αυτό δεν ήταν δυνατό να συμβεί.

«Αδερφέ, έσπασα αυτή την κούπα, ξέρεις πού μπορώ να την βάλω, να μην την πάρει χαμπάρι κανείς;»

Δεν έχω ξαναδεί αυτό το άτομο στη ζωή μου. Και κρατάει την αγαπημένη μου κούπα, που την είχα αγοράσει απ’ το Βερολίνο, με το χερούλι σπασμένο. Αλλά σ’ αυτό το σημείο δεν έχω την δύναμη ούτε να εκνευριστώ.

«Στον κώλο σου» λέω ψόφια και πάω να βάλω περισσότερο αλκοόλ.

 

ΦΟΙΤΗΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ: ΓΕΝΕΘΛΙΑ

 

Είχα καλέσει κυριολεκτικά τρία άτομα. Τον Αρτ, τον Γιώργο και την Μαριλένα. Ο Αρτ δεν μπήκε στον κόπο να εμφανιστεί. Η Μαριλένα έφερε και τον γκόμενό της. Κι εκείνος έφερε τους φίλους του. Κι αυτοί  λογικά έβγαλαν βούκινο, γιατί το σπίτι μου έχει γεμίσει αγνώστους, κάποιος έχει χύσει μπύρα στο χαλί, παίζουν τραπ και έχω αρχίσει να τρέμω.

«Χρόνια πολλά, ρε ξα! Πολύχρονος!» ακούω από πίσω μου κι ένα χέρι με χτυπάει στην πλάτη. Το μισό ποτήρι, που μόλις είχα γεμίσει, πέφτει κι αυτό στο πάτωμα. Τι στο διάολο κάνει ο ξάδερφός μου εδώ. Προφανώς έφερε τους φίλους του, διαφορετική παρέα απ’ αυτήν που είχε στην αρχή της χρονιάς. Τους αγνοώ και πάω προς το μπαλκόνι να καπνίσω.

Η Μαριλένα και ο γκόμενός της μαλώνουν. Τους πετυχαίνω στη φάση που αυτή κοιτάει στο πουθενά κι αυτός στρίβει τσιγάρο. Μου κάνει νόημα να μην κάτσω. Θα καπνίσω μες στο σπίτι. Όλοι οι υπόλοιποι το κάνουν, άλλωστε.

«Ο ξάδερφός σου είναι εκείνος;» με ρωτάει ο Γιώργος, που τον βλέπω πρώτη φορά από τότε που το σπίτι μου έγινε μπουρδέλο. Πίνει μοχίτο. Ποιος φτιάχνει μοχίτο στο σπίτι μου; Κι εγώ θέλω.

«Ναι. Δεν έχω ιδέα πού το έμαθε».

«Ο ξάδερφός σου είναι ωραίος» λέει.

«Ο ξάδερφός μου είναι στρέιτ» απαντάω.

«Άκου, Ορφέα» σοβαρεύει και με πιάνει από τους ώμους. Έχει πιει πολύ αλκοόλ. «Χέστηκα». Και εξαφανίζεται πάλι στο πλήθος.

Προσπαθώ να σκεφτώ τι θα έκανα αν αυτό δεν ήταν το πάρτι μου. Αν είχα σκάσει απρόσκλητος σε κάποιο ξένο σπίτι για να εκμεταλλευτώ την φιλοξενία όποιου καημένου δεν ήξερε καλύτερα και έστειλε ανοιχτή πρόσκληση. Σίγουρα δεν θα ήμουν μόνος μου, θα είχα μαζί μου φίλους για ασφάλεια, και λογικά θα τους μάντρωνα μαζί μου στην γωνία που θα διάλεγα να κάτσω. Αλλά αυτή τη στιγμή, οι φίλοι μου είναι όλοι απασχολημένοι με τα δικά τους. Μήπως όλο αυτό είναι ό,τι ακριβώς χρειαζόμουν; Μια κατάσταση που δεν μπορώ να ελέγξω. Μια κρίση πανικού που πρέπει να ξεπεράσω ολομόναχος.

Μήπως καταπιέζω τους φίλους μου;

Ο γκόμενος της Μαριλένας περνάει από δίπλα μου, σκοντάφτει πάνω μου και συνεχίζει τον δρόμο του. Φεύγει κοπανώντας την πόρτα πίσω του. Η Μαριλένα τον ακολουθεί.

«Ορφεάκο, πρέπει να την κάνουμε» μου λέει, και φαίνεται έτοιμη να κλάψει. Θέλω να την πάρω αγκαλιά. Και επειδή νιώθω ότι δεν είναι καλά, αλλά κυρίως γιατί χρειάζομαι ένα άτομο δίπλα μου αυτή τη στιγμή, μέχρι να μπορώ πάλι να πάρω φυσιολογικές ανάσες.

«Τι έγινε; Είσαι καλά;»

«Μόλις χωρίσαμε».

Halle-fucking-lujah.

«Τότε κάτσε εδώ, τι πας από πίσω του;»

Με αγκαλιάζει αυτή. «Χρόνια πολλά» μου λέει. «Θα σε πάρω τηλέφωνο αύριο, οκέι;»

Μόνος μόνος μόνος μόνος μόνος.

Ξαφνικά μυρίζω κάτι να καίγεται.

«ΤΙ ΕΚΑΝΕ Ο ΤΡΕΛΟΣ!» ουρλιάζει ένας και όλοι πεθαίνουν στο γέλιο. Κάποιος μόλις άναψε φωτιά πάνω στο πάτωμά μου, την κοιτάζουν σαν χάνοι για λίγο, μετά ένας πετάει την μπύρα του μέσα. Το σπίτι μου έγινε ζούγκλα. Δεν περιμένω καν να δω αν θα κάνουν προσπάθεια να καθαρίσουν, τρέχω κατευθείαν στο μπάνιο.

Προφανώς και κάποιος κατούρησε στην λεκάνη.

Κάθομαι στο πάτωμα και προσπαθώ να αναπνεύσω. Δεν πρέπει. Έχουν περάσει χρόνια. Θα με κάνει να νιώσω καλύτερα.

Θα είναι μόνο για μια φορά, δεν με παίρνει να γίνει ξανά συνήθειο. Δεν είμαι τόσο ηλίθιος για να μου ξαναγίνει συνήθειο.

Το μόνο που έχω είναι ένα Bic για το πρόσωπο. Προσπαθώ να το σπάσω. Σκατά. Το κοπανάω στην μπανιέρα καμιά δεκαριά φορές, μέχρι που καταφέρνω να το διαλύσω. Σε λίγο θα καταφέρω να ηρεμήσω.

Η πόρτα ανοίγει και βλέπω τον Αρτ. Με βλέπει και παγώνει, και μετά κλείνει απότομα την πόρτα πίσω του, με πλησιάζει, αρπάζει το χέρι μου και το ξυράφι πέφτει κάτω.

«Είσαι εντελώς ηλίθιος;» φωνάζει. Του έχει πεταχτεί μια φλέβα στο κούτελο. Εγώ δεν μπορώ να μιλήσω. «Γιατί πήγες να το κάνεις αυτό;»

Εγώ εξακολουθώ να μην μπορώ να μιλήσω, γιατί αν αυτός δεν ήταν ο μεγαλύτερος από μηχανής θεός στο σύμπαν, τότε σκίζω τα πτυχία που δεν θα πάρω ποτέ. Ο Αρτέμης σηκώνεται και κοιτάει τριγύρω. Βγαίνει από το μπάνιο, ακούω την μουσική να κλείνει απότομα, και όλοι σωπαίνουν. «ΤΟ ΠΑΡΤΙ ΤΕΛΕΙΩΣΕ, ΦΕΥΓΟΥΜΕ!» ακούω. Μετά ακούω βρισιές και μετά ακούω όλο και λιγότερο θόρυβο. Πίσω από την λεκάνη της τουαλέτας, κάποιος έχει αφήσει την σπασμένη κούπα μου. Ο Αρτ ξανάρχεται μέσα, κάθεται δίπλα μου.

«Έφυγαν όλοι» λέει. Παίρνει μια βαθιά ανάσα. Κοιτάμε μπροστά. «Είμαι εδώ, οκέι;»

Στο μπάνιο μπαίνει ο Γιώργος, τρεκλίζοντας, κι αρχίζει να ψάχνει τα ντουλάπια μου. Τον κοιτάμε και οι δύο. Γυρνάει, μας κοιτάει κι αυτός.

«Πού έχεις προφυλακτικά, ρε μαλάκα;»

«Στο δίπλα» απαντάω μηχανικά.

Ανοίγει το ντουλάπι, ψαχουλεύει και παίρνει ένα προφυλακτικό. Το σκέφτεται λίγο, και παίρνει όλο το κουτί. Αρπάζει το στοματικό διάλυμα, πίνει και κάνει γαργάρα. Το φτύνει και γυρνάει πάλι σ’ εμάς.

«Μύριζε η ανάσα μου αλκοόλ» γελάει και φεύγει.

Τι σκατά συμβαίνει απόψε;

«Ξέρεις τι μισώ περισσότερο στους καυγάδες;» με ρωτάει ο Αρτ, και συνεχίζει χωρίς να περιμένει απάντηση. «Ότι κάθε καλή κουβέντα που θα πει κάποιος μετά είναι σαν να παίρνεις την φιλία και να την κολλάς με σελοτέιπ».

«Μισώ τους ανθρώπους που περνάνε καλά και δεν ανησυχούν για τίποτα» απαντάω.

«Μισώ τα μανιτάρια στην πίτσα».

«Μισώ το γεγονός ότι πρέπει να καθαρίσω το σπίτι μου μετά».

«Μισώ το ότι είμαστε παπάρες και παρεξηγούμαστε».

«Ευχαριστώ που ήρθες».

«Θα έχανα τα γενέθλια του κολλητού μου;»

Μου βγαίνει πάλι εκείνο το γέλιο/κλάμα, το ίδιο που μου είχε βγει σχεδόν έναν χρόνο πριν, όταν μιλήσαμε για πρώτη φορά ανοιχτά και είπα πόση τρέλα κουβαλάω μες στο κρανίο μου. Είναι η μεγαλύτερη ανακούφιση.

Έξω, το σαλόνι είναι χειρότερα κι από τότε που ήμουν δυο βδομάδες άρρωστος και το πάτωμα είχε γίνει ναρκοπέδιο με μυξόχαρτα. Αλλά είμαι καλά. Ο Αρτ μαζεύει κουτάκια από μπύρες, εγώ κάνω επιτέλους ένα τσιγάρο. Θα κάνω το πάρτι μου όπως θέλω. Ανοίγω το λάπτοπ, βάζω το αγαπημένο μου κομμάτι.

Ο Αρτ αφήνει τις μπύρες κάτω. Αρχίζει να χορεύει σαν να έχει βλάβη στον εγκέφαλο και να περιφέρεται στο δωμάτιο.

Είμαστε οκέι.

Total
0
Shares
Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *