Φοιτητικές Ιστορίες | Κοινή τουαλέτα

Το να συγκατοικείς με τους δύο καλύτερούς σου φίλους έχει πολλά καλά. Τους έχεις κοντά σου όποτε τους χρειαστείς. Θες να κάνεις ένα διάλειμμα; Βγαίνεις στο σαλόνι και πίνετε καφέ. Μοιράζεστε τις δουλειές του σπιτιού. Δίνετε ηλίθια ονόματα στις οικιακές συσκευές. Είναι σαν ένας κύκλος υποστήριξης που δεν σταματάει ποτέ. Βέβαια, υπάρχουν και οι δύσκολες στιγμές. Μπορεί να θέλεις να κοιμηθείς νωρίς, μα οι συγκάτοικοί σου να έχουν διαφορετική γνώμη. Ίσως θες να δεις κάτι στην τηλεόραση, μα κάποιος να βλέπει ήδη κάτι άλλο.
Βρίσκεις, όμως, τρόπους να δουλεύεις μ’ αυτά τα προβλήματα. Για παράδειγμα, βάζω το ξυπνητήρι μου πλέον μισή ώρα νωρίτερα, για να προλάβω να πάω στην τουαλέτα πριν ξυπνή—
«ΚΛΕΙΣΕ ΤΗΝ ΠΟΡΤΑ!»
«ΑΑΑΑΑ!»
«ΟΡΦΕΑ ΚΛΕΙΣΕ ΤΗΝ ΠΟΡΤΑ, ΧΡΙΣΤΕ ΜΟΥ!»

ΦΟΙΤΗΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ: Κοινή τουαλέτα

 

Αυτό δεν ήταν κάτι που ήθελα να δω. Γενικά στην ζωή μου. Ο Γιώργος βγαίνει από το μπάνιο κατακόκκινος.
«Η πόρτα ήταν κλειστή για κάποιον λόγο!» φωνάζει.
«Ναι, επειδή κανείς δεν χρησιμοποιούσε την τουαλέτα!»
«Τι λογική είναι αυτή;»
«Τι κάνεις ξύπνιος τέτοια ώρα; Αυτή είναι η δική μου ώρα!» φωνάζω κι εγώ.
«Συγγνώμη, ρε μαλάκα, συγγνώμη, το έντερό μου δεν έλαβε το mail με το χρονοδιάγραμμά σου!»
Η Μαριλένα βγαίνει από το δωμάτιό της. Έχει μαύρους κύκλους κάτω απ’ τα μάτια και τα μαλλιά της είναι ανακατωμένα.
«Τι στο διάολο συμβαίνει, ακόμα δεν ξημέρωσε;»
Δείχνω τον Γιώργο. «Μην τολμήσεις να το πεις» γρυλίζει. Η Μαριλένα, με όλο το ένα και πενήντα οχτώ της στέκεται μπροστά μας με τα χέρια στην μέση και είναι τρομακτική. Κοιταζόμαστε με τον Γιώργο. Αυτός κουνάει το κεφάλι. Δεν πρέπει να τον προδώσω, αλλά η Μαριλένα θα μας σκοτώσει και τους δύο και με πνίγει το δίκιο.
«Έκανε τα δύο πιο βρώμικα πράγματα που μπορεί να κάνει κάποιος σε μια τουαλέτα! Ταυτόχρονα!»
Το βλέμμα της Μαριλένας μετατρέπεται σε απορία, και του Γιώργου σε πολλαπλές μαχαιριές.

*

«Πρέπει να θέσουμε μερικούς κανόνες» λέω ενώ καθόμαστε στον πάγκο της κουζίνας, πίνοντας καφέ.
«Οκέι, πρώτα απ’ όλα, το ότι δεν ξέρεις να χτυπάς είναι ξεκάθαρα δικό σου πρόβλημα και πρέπει να το λύσεις» λέει ο Γιώργος. «Αλλά ναι, υποθέτω χρειάζονται κάποιοι κανόνες».
«Κανόνας νούμερο ένα, οπότε… χτυπάμε;»
«Μχμ».
«Κανόνας νούμερο δύο, δεν αυνανιζόμαστε σε κοινόχρηστους χώρους».
Η Μαριλένα κουνάει το κεφάλι της καταφατικά. «Εκτός από την μπανιέρα».
«Τι;» ρωτάω. «Για ποιον λόγο να…;»
Με κοιτούν και οι δύο σαν να είμαι εξωγήινος.
«Ορφέα, μεταξύ μας είμαστε» λέει ο Γιώργος.
«Όλοι το ‘χουμε παίξει στην μπανιέρα».
«Ποτέ δεν το ‘χω παίξει στην μπανιέρα! Πάτε καλά; Πλενόμαστε εκεί μέσα! Και οι τρεις μας!»
«Συγγνώμη, να καταλάβω» λέει ο Γιώργος. «Δεν είσαι εντάξει με το να το παίζουμε στην μπανιέρα, αλλά πρέπει να είμαστε οκέι με τις τρίχες από τον κώλο σου;»
«Δεν έχω τρίχες στον κώλο!» φωνάζω.
Η Μαριλένα σηκώνει δειλά το χέρι. «Βασικά…» Την κοιτάμε και οι δύο έκθαμβοι κι αυτή δείχνει προς τα κάτω. Αποστρέφει το βλέμμα της ένοχα.
«Μαριλένα» λέει ο Γιώργος, «σε θαυμάζω για το γεγονός ότι δεν ξυρίζεις το χούχου σου και δεν πέφτεις θύμα της πατριαρχικής λογικής που θέλει τις γυναίκες να μοιάζουν με βρέφη εκεί κάτω, είναι πολύ φεμινιστικό… αλλά ίου».
«Βιαζόμουν!»
Μένουμε για λίγο σιωπηλοί.
«Πρέπει να βρούμε έναν τρόπο να δουλέψει όλο αυτό, γιατί θα σκοτωθούμε» λέω στο τέλος. Οι άλλοι δύο συμφωνούν.
«Αν γράφαμε ο καθένας τα πράγματα που θα ήθελε από αυτή την συγκατοίκηση;» προτείνει ο Γιώργος.
«Τι σημαίνει αυτό;» ρωτάει η Μαριλένα, και όντως δεν ακούγεται σαν κάτι που θα κατέληγε καλά. «Ίσως οι συγκατοικήσεις να είναι ακριβώς αυτό» λέει. «Βλέποντας και κάνοντας».
Ίσως δεν έχει κι άδικο. Άλλωστε είναι η μόνη που έχει συγκατοικήσει ξανά με άνθρωπο. Εκείνος, βέβαια, ήταν ο γκόμενός της. Τα πράγματα είναι διαφορετικά όταν κάνεις σεξ, και κανείς μας δεν πρόκειται να κάνει σεξ με την Μαριλένα.
Πίνουμε τον καφέ μας ήσυχα και ο καθένας ξεκινά την μέρα του.

*

Η υπόλοιπη μέρα κύλησε περίεργα. Ο καθένας στο δωμάτιό του. Μουσική με ακουστικά. Συνάντησα την Μαριλένα στον δρόμο για την κουζίνα και κάναμε εκείνη την μαλακία που πας να ανοίξεις δρόμο για τον άλλο, αλλά καταλήγετε να κάνετε τις ίδιες κινήσεις, μέχρι κάποιος να γελάσει άβολα και να ανοίξει όντως τον δρόμο. Το βράδυ που πήγα να βουρτσίσω τα δόντια μου, αφήνοντας την πόρτα ανοιχτή, ο Γιώργος χτύπησε την ανοιχτή πόρτα.
«Τελειώνω σε ένα λεπτό» λέω.
«Ναι, ρε, άραξε. Κι εγώ να βουρτσίσω θέλω».
«Έλα τότε, ρε μαλάκα!»
«Μπορώ να περιμένω, χαλάρωσε».
«Δεν βλέπεις πόσο ηλίθιο είναι αυτό;» Παίρνω την οδοντόβουρτσά του και του την δίνω. «Ξεκόλλα» του λέω και συνεχίζω να βουρτσίζω τα δόντια μου. «Θα καταλήξουμε να μην μιλάμε εδώ μέσα».
Βουρτσίζουμε και οι δύο, ενώ το νερό τρέχει. Αν μη τι άλλο, στο ένα πράγμα που συμφωνούσαμε και οι τρεις εξαρχής είναι πως δεν μας ενδιαφέρει το περιβάλλον. Αρχίζω να κάνω αφρούς με την οδοντόκρεμα. Ο Γιώργος με κοιτάει, κι αρχίζει να κάνει κι αυτός. Φτιάχνει μια φούσκα. Προσπαθώ να φτιάξω μεγαλύτερη φούσκα, και αποτυγχάνω. Ο Γιώργος γελάει.
«Είστε αίσχος» ακούγεται η Μαριλένα από την πόρτα. Έρχεται κοντά μας, παίρνει την οδοντόκρεμα, τρώει λίγη και φτιάχνει μια τεράστια φούσκα. «Γατάκια». Πεθαίνουμε και οι τρεις στο γέλιο. Ίσως δεν χρειαζόμαστε κανόνες. Έχουμε ο ένας τον άλλον, και ίσως αυτό είναι το μόνο που χρειαζόμαστε. «Τώρα σκουπίστε τις οδοντόκρεμες, μοιάζετε σαν γκέι πορνό αγιοβασίληδες. Και ξεκουμπιστείτε, θέλω να κατουρήσω».

 

 

Total
0
Shares
Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *