Φοιτητικές Ιστορίες | Κρεβάτι

«Υπάρχουν πνεύματα σ’ αυτό το σπίτι;»

Όλοι κοιτούν με κομμένη την ανάσα. Όλοι, εκτός από εμένα. Πιστεύω σε πολλά πράγματα, αρκετά από τα οποία με καθιστούν ουτοπιστή σε βαθμό βλακείας, αλλά δεν πιστεύω στα φαντάσματα. Όταν κάτι πεθαίνει, μένει νεκρό.

Το μόνο που χρειάζομαι είναι να μάθω να αφήνω κάποια πράγματα να πεθάνουν.

 

ΦΟΙΤΗΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ: Κρεβάτι

 

«Λένε ότι ο προηγούμενος ένοικος του σπιτιού αυτοκτόνησε» μου λέει ο Αρτ, ενώ μου βάζω περισσότερο κρασί. Αν γίνω ζάντα, ίσως δω κι εγώ το φάντασμα.

«Συμβαίνουν, αυτή τη στιγμή που μιλάμε, πέντε διαφορετικά πάρτι, κι αυτό ήταν το τελευταίο που ήθελες να πας σαν φοιτητής;» του απαντάω.

«Έχουμε πάει σε όλα τα πάρτι που θα μπορούσαμε να πάμε! Έχεις ξανακάνει, όμως, κάτι τέτοιο;»

«Όχι, το ομολογώ. Δεν έχω ξαναπάει σε σεάνς στο σπίτι κάποιου που έχει να βάλει σκούπα από την αλλαγή του μιλένιουμ». Τουλάχιστον, είχε εξαιρετικό γούστο στο κρασί. Όταν είναι όλοι σκυμμένοι πάνω από τον πίνακα, ίσως κλέψω το μπουκάλι και εξαφανιστώ.

«Γίνεσαι αρνητικός πάλι. Μπορεί να περάσουμε καλά».

Το μόνο που είχα να κάνω ήταν να σηκώσω τους ώμους και να επιστρέψω στον κύκλο. Αν ο Αρτ ήθελε να περάσουμε καλά, δεν θα του χάλαγα χατίρι. Του άξιζε ένα τελευταίο καλό πάρτι. Ακόμα κι αν βρισκόμασταν σ’ αυτή την κοροϊδία. Κάθομαι στο πάτωμα και η διπλανή μου θέλει να μου πιάσει το χέρι. Επειδή είναι το χέρι με το οποίο κρατάω το κρασί, της προτείνω απλά το μικρό μου δάχτυλο. Δεν λες ότι διοχετεύω και καμιά τρελή ενέργεια, ούτως ή άλλως. Ο τύπος στο κέντρο δίνει πόνο.

«Υπάρχουν πνεύματα σ’ αυτό το σπίτι; Είναι κανείς εδώ;»

Σηκώνω το χέρι, μαζί με το χέρι της διπλανής, και κατεβάζω μισό ποτήρι. Αυτή με κοιτάει περίεργα.

«Είναι εντάξει, έχω διαβάσει ότι τα φαντάσματα γουστάρουν το κρασί» της λέω, και αντί να με βρίσει, χαμογελάει.

Ξαφνικά, κάτι σπάει τα ενεργειακά δεσμά από το δεξί μου χέρι με το αριστερό του Αρτ. Μια γκόμενα κάθεται ανάμεσά μας. «Σόρι που άργησα» λέει.

«Νομίζω πως τα πνεύματα μας αγνοούν απόψε» της ψιθυρίζω.

«Περίμενε και θα δεις, σε λίγο θα κάνουν σαν να παθαίνουν κρίση επιληψίας».

«Είμαι ο Ορφέας» της λέω.

«Δάφνη».

«Κι εγώ ο Αρτέμης» χώνει το κεφάλι του ανάμεσά μας ο Αρτ.

«Παιδιά, αν δεν θέλετε να προσπαθήσετε να επικοινωνήσετε με τα πνεύματα, μπορείτε απλά να αποχωρήσετε από τον κύκλο» μας λέει ο τύπος στο κέντρο. Ακόμα καλύτερα. Σηκώνομαι, παίρνω μαζί μου το κρασί και πάω να ψαχουλέψω το σπίτι. Ο Αρτ και η Δάφνη με ακολουθούν.

Είναι μεγάλο διαμέρισμα. «Οι γονείς του πρέπει να έχουν λεφτά» λέω.

«Οι γονείς του έχουν λεφτά» συμπληρώνει η Δάφνη. «Όσα παίρνεις εσύ σε έναν μήνα, αυτός λογικά τα παίρνει σε μια βδομάδα».

«Είστε φίλοι;» ρωτάει ο Αρτ, που δεν καταλαβαίνω γιατί ήρθε μαζί μας, αυτός δεν ήθελε να καλέσει πνεύματα;

«Μπορείς να το πεις κι αυτό…» απαντάει και προσπαθεί να ακούγεται μυστηριώδης. Όλα πάνω της φωνάζουν πως προσπαθεί υπερβολικά. Η αισθητική της είναι 50% γκοθού και 50% γκόμενα που έχει πείσει τον εαυτό της ότι της λείπουν τα 90s. Κι έχει ένα μεγάλο τατουάζ στο μπούτι, μια σπασμένη κλεψύδρα που ξεπροβάλλει από το σκισμένο της σορτσάκι. «Είναι ο πρώην μιας κολλητής μου». Ανοίγω την πρώτη πόρτα που βρίσκω μπροστά μου. Είναι το υπνοδωμάτιο. «Αλλά κάνουμε ακόμα παρέα πού και πού, δεν είναι κακό παιδί» συνεχίζει αυτή, μόνη της.

Ο τύπος σίγουρα έχει πολλά λεφτά. Αυτό είναι το πιο τεράστιο κρεβάτι που έχω δει στην ζωή μου. Χωρίς να το σκεφτώ καν, πηδάω πάνω και απλώνομαι. Η Δάφνη κάνει το ίδιο, και ο Αρτ έχει κάτσει στην πόρτα, μας κοιτάει και γελάει, προτού πέσει κι αυτός πάνω στο μαλακό στρώμα. Το αμυδρό φως του σαλονιού μπαίνει μέσα. Πίνω λίγο κρασί και το κάνω πάσα στον Αρτέμη. Η Δάφνη ψαχουλεύει κάτι στην τσέπη της, και βγάζει ένα σακουλάκι.

«Θέλετε;» ρωτάει διστακτικά.

Δεν πρόκειται να πω όχι.

Ο Αρτ την παρατηρεί προσηλωμένος ενώ στρίβει άσχημα ένα τσιγάρο. Εγώ έχω γυρίσει την προσοχή μου στο ταβάνι. Ο τύπος έχει κολλήσει εκεί πάνω εκείνα τα αυτοκόλλητα που είχαμε μικροί, με τα φεγγαράκια που λάμπουν στο σκοτάδι. Δεν θα το αρνηθώ, είναι λίγο πανέμορφο. Κάθε φορά που βλέπω τα σπίτια των άλλων, αναρωτιέμαι τι σκέφτονται όταν βλέπουν το δικό μου. Αν έχω πράγματα μέσα που οι άλλοι θα ζηλέψουν. Τότε ο αέρας αλλάζει μυρωδιά και το τσιγάρο έρχεται προς εμένα. Τις περισσότερες φορές, απλά με έριχνε για ύπνο. Δεν θα με πείραζε όμως να κοιμόμουν σ’ αυτό το τεράστιο κρεβάτι. Δίνω το τσιγάρο στον Αρτ.

Πέντε λεπτά αργότερα, έχουμε χαλαρώσει. Το στρώμα είναι σαν κινούμενη άμμος.

«Νομίζω μ’ έπιασε» λέω. Τέτοια ώρα, τέτοια λόγια.

Είμαστε ξαπλωμένοι ο ένας δίπλα στον άλλο, μεταδίδουμε θερμότητα από το ένα σώμα στο άλλο, και όλες οι λειτουργίες στο σώμα μου αρχίζουν να τρέχουν όλο και πιο αργά. Θέλω να πω κάτι, σκέφτομαι πολλά πράγματα, αλλά δεν ξέρω ποιο να διαλέξω. Νιώθω πως πρέπει να καταβάλω σωματική προσπάθεια για να διαλέξω ένα θέμα, και δεν έχω αρκετή ενέργεια για να πείσω τον εαυτό μου.

«Δεν έχω ξανακάνει ποτέ» ακούγεται ο Αρτ.

Πέντε δευτερόλεπτα περνούν. Η Δάφνη γυρνάει και φιλάει τον Αρτ. Όλα συμβαίνουν σε αργή κίνηση. Όταν έχω σηκωθεί για να κοιτάξω, έχει ήδη τραβηχτεί. Τα μάτια του Αρτ είναι κλειστά, και μοιάζει λίγο υπνωτισμένος. Αυτή κοιτάει εμένα, μετά σκύβει και τον φιλάει ξανά, ενώ τα μάτια της δεν έχουν φύγει από πάνω μου. Φιλιούνται τόσο αργά και δεν μπορώ να γυρίσω το κεφάλι μου αλλού, μέχρι που η Δάφνη κόβει το φιλί στη μέση για να γυρίσει σ’ εμένα, και τότε τα χείλη της βρίσκονται πάνω στα δικά μου. Δεν είμαι απόλυτα σίγουρος τι συμβαίνει, δεν μπορώ να αντιδράσω, και ούτε θέλω, και την αφήνω να δαγκώσει το κάτω χείλος μου, και ο πόνος με κάνει βγάλω έναν ήχο που σε κάθε άλλη περίπτωση θα καταπίεζα, γεμάτος ανάγκη.

Γυρνάει πίσω στον Αρτ, αρχίζει να φιλάει τον λαιμό του κι αυτός ρίχνει το κεφάλι του όσο πίσω μπορεί. Μετά ξαπλώνει ξανά ανάμεσά μας και τον τραβάει στον δικό της λαιμό. Με το άλλο της χέρι τραβάει κι εμένα. Ο Αρτ βγάζει την μπλούζα του κι αυτή την δική της. Έχει ακόμα ένα τατουάζ στα πλευρά, μια πυξίδα. Σκύβω και το φιλάω απαλά. Γαργαλιέται και γελάει, και μετά με ρίχνει ανάσκελα και σκαρφαλώνει πάνω μου, επιτίθεται ξανά στον λαιμό μου, και είναι το καλύτερο πράγμα στον κόσμο. Ο Αρτ ξαπλώνει κι αυτός δίπλα μου, και παρακολουθεί τα πάντα με περιέργεια, το σώμα της, τα χέρια της, το πώς θα έχω σημάδια την επόμενη μέρα. Τον κοιτάω κι εγώ, δεν ξέρει τι να κάνει, νιώθει πως έχει μείνει απ’ έξω. Κι εκεί προκύπτει το μεγάλο ερώτημα: πώς να συμπεριλάβεις τον καλύτερό σου φίλο σε μια παρτούζα, χωρίς να κάνεις τα πράγματα άβολα;

Του αγγίζω το πρόσωπο. Είμαστε ακίνητοι. Μετά αγγίζει κι αυτός το δικό μου. Κοιτιόμαστε.

«Μου αρέσει όπως το πάτε!» λέει η Δάφνη και κατεβάζει και τα δύο χέρια της, ένα στον καθένα. Εμείς ακόμα κοιτιόμαστε, δεν ξέρουμε τι ακριβώς να πούμε. Ο Αρτ κάνει έναν περίεργο μορφασμό μόλις τον πιάνει, αλλά δεν είμαι σε θέση να τον κρίνω – λογικά τον ίδιο κάνω κι εγώ, καθρεφτίζουμε ο ένας τον άλλο. Και μετά, με ένα τσαφ! καίγεται η λάμπα, και ακούμε μια φωνή από το σαλόνι.

«Τι σκατά;» σηκώνομαι και λέω. Η Δάφνη ξεκαβαλάει από πάνω μου, πέφτει πάνω στον Αρτ, αλλά εγώ έχω ήδη σηκωθεί από το κρεβάτι. Υπάρχουν πνεύματα σ’ αυτό το σπίτι;

Βγαίνω στο σαλόνι, που τα φώτα για κάποιο λόγο λειτουργούν φυσιολογικά, αλλά η χαζή που μου έπιανε το χέρι πριν είχε ξαπλώσει στο πάτωμα και χτυπιόταν. Ίσως να υπήρχαν όντως πνεύματα, ίσως να ήθελε να τραβήξει την προσοχή πάνω της. Ο γελοίος τύπος που έκανε την επίκληση στεκόταν από πάνω της, ρωτώντας με μανία ποια είναι, και ένιωσα πως ίσως μου έλειπε το ζεστό κρεβάτι, που θα μπορούσε σύντομα να γίνει ακόμα πιο ζεστό.

Επιστρέφω στο υπνοδωμάτιο, και κοντοστέκομαι στην πόρτα. Έχουν γδυθεί και οι δυο τους, και τα πόδια της κάνουν κεφαλοκλείδωμα στον Αρτ. Δεν μπορώ να μην χαμογελάσω. Και, τελικά, ίσως δεν χωράω ανάμεσά τους, και δεν μπορώ να σκεφτώ καλύτερο τρόπο να περάσει ο Αρτ το τελευταίο φοιτητικό του πάρτι από αυτόν. Κλείνω απαλά την πόρτα για να έχουν το δωμάτιο όλο στον εαυτό τους και, χωρίς να μπορώ να σταματήσω να χαμογελάω, γυρνάω στο σπίτι.

Total
0
Shares
Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *