Φοιτητικές Ιστορίες | Μαμά

«Το μόνο που λέω είναι πως χρειαζόμαστε ένα μπλέντερ, και αν βάλουμε όλοι λεφτά, μπορούμε να αγοράσουμε!» λέει ο Γιώργος ενώ περπατάμε στον δρόμο, τρώγοντας χοτ ντογκ.
«Μα είναι άχρηστο! Τα περισσότερα πράγματα που μαγειρεύουμε βγαίνουν από την κατάψυξη και μπαίνουν στον φούρνο!» αντιδρώ εγώ.
«Ακριβώς! Και μην μου πεις ότι θα φτιάχνουμε κοκτέιλ, αρνούμαι να πίνω κοκτέιλ που έφτιαξα μόνη μου. Μπορεί να μένω μ’ εσάς, αλλά η ζωή μου δεν είναι τόσο χάλια για να φτάσω σε τέτοιο σημείο άρνησης!» λέει και η Μαριλένα.
Ο Γιώργος σταματά και μας κοιτάει. «Χυμούς! Μπορούμε να φτιάχνουμε χυμούς, πρέπει ν’ αρχίσουμε να τρώμε φυτικές ίνες σ’ αυτό το σπίτι, αλλιώς θα πεθάνουμε όλοι από φραγμένες αρτηρίες!»
«Το κρέας είναι φόνος!» ακούμε ξαφνικά μια τσιρίδα μπροστά στα μούτρα μας. Είναι μια τύπισσα πιο κοντή κι απ’ την Μαριλένα, που κρατάει μια φωτοτυπία με μια σφαγμένη αγελάδα.
«Τι σκατά είναι αυτό;» φωνάζω. Δόξα τον θεό που λογικά δεν είχαν λεφτά να βγάλουν έγχρωμες φωτοτυπίες και τα αίματα δεν φαίνονται καθαρά.
«Ξέρεις πώς φτιάχνεται αυτό που τρως;» συνεχίζει να φωνάζει η τύπισσα. Η αναίσθητη, δημόσια κρεατοφαγία μας πρέπει να της έκανε trigger. Όπως στεκόμαστε και οι τρεις μπροστά της, τρώμε μια τεράστια μπουκιά από το χοτ ντογκ μας. Μοιάζει έτοιμη να ουρλιάξει ακόμα περισσότερο, αλλά απλά επιστρέφει στις vegan συντρόφισσές της, που μας κοιτούν οργισμένες.
«Για ποιο λόγο να κάνουν διαδήλωση οι vegan; Είναι ακόμα πιο ηλίθιο κι από παράσταση διαμαρτυρίας άθεων και αγνωστικιστών» λέει η Μαριλένα ενώ προχωράμε παρακάτω.
«ΣΚΟΤΩΝΩ ΖΩΑ ΜΕ ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΜΟΥ ΚΑΙ ΚΑΝΩ ΜΠΑΝΙΟ ΣΤΟ ΑΙΜΑ ΤΟΥΣ ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΤΑ ΤΡΩΩ, ΑΓΑΜΗΤΗ ΠΑΤΣΑΒ—» ουρλιάζει ο Γιώργος γυρνώντας πάλι προς το μέρος τους. Ευτυχώς προλαβαίνουμε να τον μαζέψουμε. «Αν είχαμε μπλέντερ και απολάμβανα ένα υγιές, δροσερό smoothie κάθε πρωί, δεν θα ήμουν τόσο ευέξαπτος» μας λέει.
«Αυτό που πήγες να πεις, όμως, ήταν προσβλητικό» λέει η Μαριλένα. «Επειδή δεν έχουν την παραμικρή επαφή με την πραγματικότητα, δεν σημαίνει πως πρέπει να τις κρίν— γιατί υπάρχει μια γριά με λεσβιακό κούρεμα και βαλίτσα κάτω απ’ την πόρτα μας;»
Φρικάρω.
«Μαμά;»

 

ΦΟΙΤΗΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ: Μαμά

«Μαμά, τι κάνεις εδώ;» την ρωτάω ενώ την βοηθάω να κουβαλήσει την βαλίτσα της μέσα στο σπίτι.
«Χρειάζομαι λόγο για να επισκεφτώ τον αγαπημένο μου γιο;»
Αφήνω την βαλίτσα να πέσει βαριά στο πάτωμα. Σε ποιον τα πουλάς αυτά. «Μαμά, ποιον κοροϊδεύεις, προφανώς ο Μάρκος είναι ο αγαπημένος σου γιος».
«Τα παιδιά όμως δεν το ήξεραν! Θα ακουγόταν πιστευτό, αλλά τώρα το χάλασες! Πάντα αυτό κάνεις, Ορφέα, δεν εκμεταλλεύεσαι τις ευκαιρίες που σου δίνονται!» Γυρνάει στα παιδιά. «Εσύ είσαι η Μαριλένα, κι εσύ είσαι ο Γιώργος!» λέει και ανοίγει τα χέρια της, περιμένοντας να τρέξουν να την αγκαλιάσουν. Ναι, καλά.
Εκτός του ότι πάνε.
«Κυρία Ζωή, χαίρομαι τόσο πολύ που σας γνωρίζω!» λέει η Μαριλένα. «Συγγνώμη που είπα το κούρεμά σας λεσβιακό».
«Σιγά, καλέ, κι εγώ απ’ την κομμώτρια έτσι το ζήτησα!»
Και γελάνε όλοι μαζί. Τι συμβαίνει;
Η Μαριλένα πάει να φτιάξει καφέ, ο Γιώργος την ακολουθεί. Εγώ πιάνω την μάνα μου, καθόμαστε στον καναπέ και σοβαρεύομαι.
«Δεν μπορούσες να πάρεις τηλέφωνο; Απλά έρχεσαι και περιμένεις κάτω απ’ την πόρτα μου; Τι ήρθες να κάνεις;»
«Αγάπη μου, χαλάρωσε λίγο! Είχα μερικές μέρες κενές, ήθελα να ξεσκάσω και είπα να ‘ρθω να δω! Τόσο κακό είναι;»
«Απροειδοποίητα» ξαναλέω. Η μαμά με κοιτάει απογοητευμένη.
«Γιατί μου επιτίθεσαι;»
Πάνω στην ώρα να έρθουν τα παιδιά με τους καφέδες.
«Είστε ευπρόσδεκτη σ’ αυτό το σπίτι, κυρία Ζωή», λέει ο Γιώργος, «αλλά…» Η μαμά μου τον κοιτάει τρομαγμένη. «Υπάρχει ενοίκιο».
«Κι αυτό είναι ντροπιαστικές ιστορίες από τότε που ο Ορφεάκος ήταν μικρός!» συνεχίζει η Μαριλένα. Η μαμά ξεσπάει σε γέλια.
«Τότε έχω να σας πληρώσω ενοίκιο για μήνες!»
«Δεν είναι ανάγκη» πετάγομαι εγώ. Με κοιτάει.
«Σωστά. Ήδη πληρώνω το ενοίκιό σου». Ακόμα και τα παιδιά δεν ξέρουν πώς να ανταποκριθούν σ’ αυτό, μέχρι που η μαμά αρχίζει να γελάει ακόμα πιο δυνατά. «Σας έχει πει ο Ορφέας για εκείνη την φορά που δεν ήθελε να κάνει προσευχή στην πέμπτη δημοτικού, και η δασκάλα τον ανάγκασε να σηκωθεί, και έκανε πως λιποθυμάει;»
«Πόσες φορές πρέπει να το πούμε, αυτή ήταν η πρώτη κρίση πανικού της ζωής μου, και είναι πολύ τραυματική εμπειρία!»
Τα παιδιά μοιάζουν έτοιμα να βγάλουν γαβάθα με ποπκόρν.
«Τόσες τραυματικές εμπειρίες αυτό το παιδί, θα ‘λεγες πως θα είχε γράψει κι ένα βιβλίο μέχρι τώρα!» συνεχίζει η μαμά μου, και όλοι γελάνε. Δεν το αντέχω αυτό.
«Πονάει το κεφάλι μου. Πάω να πάρω χάπια» δηλώνω κι εξαφανίζομαι στο μπάνιο. Κοιτάζομαι στον καθρέφτη. Αυτή η μέρα ξεκίνησε υπερβολικά καλά. Δεν πρόκειται να χαλάσει. Και μετά η φωνούλα στο κεφάλι μου θυμίζει ότι είναι η μάνα μου, είναι η γυναίκα που μου έδωσε ζωή, και μια άλλη φωνή φωνάζει πως αυτό δεν σημαίνει τίποτα, και δεν μπορώ να καταλάβω ποια από τις δύο είναι η φωνή της λογικής και νιώθω ενοχές. Παίρνω δυο παυσίπονα, όπως και να ‘χει. Βγαίνοντας, την ακούω να λέει:
«…και βλέπεις τον παπά να έχει φρικάρει, ο Ορφέας να έχει τα πόδια του κολλημένα στην άκρη της κολυμπήθρας και να ουρλιάζει, η νονά του να μην ξέρει τι να κάνει, και το τσουτσουνάκι του σηκωμένο!» Όχι. Γάμα το. Εγώ πάω στο δωμάτιό μου. Μόνο λίγο πριν μπω, την ακούω να λέει. «Πώς τα πάει ο Ορφέας; Τον προσέχετε;» κι εκεί κάνει μια παύση. «Προσέχει τον εαυτό του;»
Τα παιδιά κοιτιούνται μεταξύ τους. «Είναι πολύ καλά» λέει ο Γιώργος. «Είναι πολύ συγκεντρωμένος, στην εξεταστική διάβαζε συνέχεια. Τον βλέπουμε πολύ χαρούμενο».
Χαμογελάω. Να θυμηθώ να αγκαλιάσω τον Γιώργο όταν ξεκουμπιστεί η μαμά.
«Εγώ πάω να κάνω ένα μπάνιο τώρα» λέει και σηκώνεται. «Κανόνισα να δω μια παλιά μου φίλη που μένει στην πόλη!»
Από πότε έχει η μάνα μου παλιές φίλες που μένουν στην πόλη;

*

«Φανταζόμουν την μαμά σου πολύ διαφορετική» μου λέει η Μαριλένα και κάθεται στο κρεβάτι μου. Μου χτύπησε την πόρτα για να δει αν ζω ή αν πέθανα, αφού η μαμά μου έφυγε να συναντήσει την φίλη της, που ακόμα δεν πιστεύω ότι η φίλη της είναι υπαρκτό πρόσωπο. «Έχετε ιδιαίτερη σχέση, ε;»
«Την αγαπώ, τόσο πολύ, ειλικρινά δεν μπορείς να φανταστείς πόσο. Απλά από τότε που πέρασα εδώ… δεν ξέρω, νιώθω πως δεν μπορώ να την βλέπω πια. Με κάνει να γυρνάω σε μοτίβα που μισώ, σε μοτίβα που νόμιζα ότι είχα ξεπεράσει». Η Μαριλένα ψάχνει ενστικτωδώς τον χώρο με το μάτι για αιχμηρά αντικείμενα, και την αγαπώ γι’ αυτό. «Όχι τέτοια μοτίβα». Δείχνω γύρω μου. «Αυτό εννοώ, όλο αυτό, να κλειδώνομαι μέσα και να κατσουφιάζω, γιατί δεν υπάρχει τίποτα που μπορώ να πω που δεν θα γυρίσει εναντίον μου, γιατί ποτέ δεν είμαι αρκετά καλός για τίποτα».
«Της μοιάζεις πολύ, όμως, ξέρεις».
«Ορίστε;»
«Κάθε φορά που μας μιλούσες για την μαμά σου την φανταζόμουν πολύ απόμακρη, ακόμα και ψυχρή. Θα εξηγούσε πολλά για το πώς είσαι σαν άνθρωπος». Σ’ αυτό της σηκώνω το φρύδι, αλλά αυτή σηκώνει το δικό της πιο ψηλά και μου λέει να κόψω τις μαλακίες. «Αλλά τελικά είναι περισσότερο σαν εσένα, δεν το βλέπεις;»
«Ακόμα δεν είμαι σίγουρος γιατί δεν πρέπει να προσβληθώ αυτή τη στιγμή».
«Και οι δυο σας δεν έχετε φίλτρο. Είστε ιδιαίτεροι. Είστε ο εαυτός σας».
«Οι εαυτοί μας δεν τα πάνε και τόσο καλά».
«Μήπως βλέπει σ’ εσένα πράγματα που δεν μπόρεσε ποτέ να κάνει; Όλο αυτό που έλεγε ότι δεν εκμεταλλεύεσαι ευκαιρίες…»
«Ναι, ρε Μαριλένα, αλλά αυτό δεν βγάζει νόημα. Υπάρχει ο Μάρκος. Κι ο Μάρκος γαμάει, είναι στην Σουηδία και δουλεύει και κάνει την ζωάρα του, δεν είναι λες και περιμένει από εμένα να βγάλω ασπροπρόσωπη την οικογένεια! Κι ο Μάρκος μεγάλωσε ακριβώς όπως μεγάλωσα εγώ, και βγήκε μια χαρά. Άρα εγώ έχω το πρόβλημα».
Η Μαριλένα μου χαϊδεύει τα μαλλιά και με αγκαλιάζει. «Κι αν το μόνο που θέλει από εσένα είναι να είσαι ευτυχισμένος;»

*

Τρεις το πρωί. Δεν έχω κοιμηθεί, είμαι στον καναπέ και περιμένω την μαμά να γυρίσει. Ποια γυναίκα στα πενήντα τέσσερα είναι για ποτό με μια φίλη της μέχρι τόσο αργά; Ακόμα σκέφτομαι αυτά που μου είπε η Μαριλένα, και έχει δίκιο. Δεν λέω ότι δεν έχει δίκιο, προφανώς η μαμά μου θέλει να είμαι ευτυχισμένος. Αλλιώς θα είχαμε πολύ μεγαλύτερα προβλήματα. Απ’ την άλλη, όλη μου την ζωή ένιωθα πως τους απογοητεύω, και δεν ντρέπονταν καθόλου να μου το δείξουν. Ένας γονιός δεν χρειάζεται να σου το πει κατάμουτρα για να ξέρεις ότι του έχεις χαλάσει τα σχέδια που έκανε για ‘σένα. Και δεν είμαι τόσο επαναστάτης, δεν παίρνω καμιά διεστραμμένη χαρά απ’ το να τους απογοητεύω, είμαι παιδί. Παιδί, θέλω επαίνους, θέλω υποστήριξη, θέλω να κάνω κάτι και να τους το δείξω και να με κοιτάξουν χαρούμενοι. Ότι δεν πήγε τζάμπα το DNA τους. Η πόρτα ανοίγει, πολύ σιωπηλά. Έχω ήδη γυρίσει και την κοιτάω που προσπαθεί να μπει στις μύτες. Έχει βγάλει και τα παπούτσια. Τα μαλλιά της είναι όπως να ‘ναι. Με κοιτάει σαν ελάφι μπροστά από προβολείς.
«Όχι ρε πούστη μου». Δεν της απαντάω. Ακόμα δεν έχει κλείσει την πόρτα, και δεν ξέρω σε τι συγκεκριμένα πράσα την έπιασα, αλλά την έπιασα σίγουρα στα πράσα και δεν πρόκειται να κουνηθεί κανείς μας μέχρι να μου πει τι έκανε. «Οκέι, έκανα σεξ. Τι θες τώρα;»
Η μάνα μου ήρθε στην πόλη που σπουδάζω για να κάνει σεξ.
Η μάνα μου έκανε σεξ στην πόλη που σπουδάζω.
Η μάνα μου γύρισε στο σπίτι που μένω, στην πόλη που σπουδάζω, με το μαλλί της άνω-κάτω επειδή έκανε σεξ. ΣΕΞ.
«Απλά μην φωνάξεις. Δεν χρειάζεται να το κάνουμε και βούκινο» συνεχίζει. Αφήνει τα παπούτσια της κάτω και προχωράει στον καναπέ. «Κι αυτός τώρα λογικά πηδάει την Σνεζάνα, την καθαρίστρια». Μου λέει να έρθω δίπλα της, αλλά δεν μπορώ να κουνηθώ. Ίσως γιατί μόλις μου είπε κερατώνονται με τον πατέρα μου και αυτά τα πράγματα χρειάζεσαι λίγη ώρα να τα επεξεργαστείς. Έχουν προβλήματα, ναι, αλλά τα προβλήματά τους έχουν να κάνουν μαζί μου, και συνήθως είναι οι δυο τους εναντίον μου. «Ορφέα, σήκω κι έλα στον καναπέ, δεν πρόκειται να το συζητήσουμε ενώ είσαι πέντε μέτρα μακριά» λέει, και είναι τόνος μαμάς, και είμαι βιολογικά προγραμματισμένος να ανταποκρίνομαι. Μετακομίζω στον καναπέ. «Εγώ κι ο μπαμπάς σου δεν είμαστε πολύ καλά τελευταία» μου λέει. Πάω να ανοίξω το στόμα μου και με κόβει. «Όχι, δεν παίρνουμε διαζύγιο. Ξέρουμε τι είμαστε ο ένας για τον άλλο. Απλά αποφασίσαμε για λίγο καιρό να έχουμε λίγη ελευθερία».
«Και ήρθες να το κάνεις εδώ;»
«Δεν σκόπευα να σου το πω. Ήθελα και να σε δω».
«Είναι άρρωστο αυτό».
«Ορφέα…»
«Είναι άρρωστο!»
«Ορφέα…»
«Τι!»
«Και ποιος δεν είναι άρρωστος;» μου λέει, και δεν μπορώ να της απαντήσω. Δεν μπορώ να το πιστέψω ότι είπε τέτοια κλισέ μαλακία για να δικαιολογήσει την κρίση μέσης ηλικίας τους! «Κοίτα μας πώς είμαστε. Ο Μάρκος δεν άντεχε άλλο κι έφυγε, τον βλέπουμε μια φορά τον χρόνο. Όποτε μαλώναμε με τον πατέρα σου, απλά αποφεύγαμε όλο το θέμα, εγώ δούλευα πέντε μέρες στη σειρά κι αυτός φωτογράφιζε κάτι εικοσάχρονες!»
«Κι εγώ;»
«Εσύ είσαι ο μικρός μου» λέει και μου χαϊδεύει τα μάγουλα. «Κι ακόμα βρίσκεις τον εαυτό σου. Και θέλω να σε δω να κάνεις πράγματα. Και θέλω να προσπαθήσεις να μας καταλάβεις. Δεν είσαι μωρό πια, ξέρεις πως οι γονείς σου είναι άνθρωποι».

 

 

 

Total
0
Shares
Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *