Φοιτητικές Ιστορίες: Πίτσα & θάνατος

Όλα ήταν επιτέλους τέλεια. Κανείς μας δεν είχε πρωινό ξύπνημα, είχαμε επιτέλους αράξει στο σπίτι μου, είχαμε έτοιμη την ταινία, και το μόνο που έμενε ήταν να αποφασίσουμε.

«Χωρίς πιπεριά!» φωνάζει ο Γιώργος.

«Μπορούμε να πάρουμε με πιπεριά και να την βγάλεις!» φωνάζει κι ο Αρτέμης.

«Θα έχει πάρει γεύση!»

«Παιδιά, ακόμα και η πιτσαρία είναι λάθος» λέει η Μαριλένα. «Άκουσα ότι χρησιμοποιούν μόνο μοτσαρέλα, θα είναι απλά παχυντική χωρίς γεύση!»

«Μπορούμε να πάρουμε ατομικές» προτείνω εγώ. Όλοι γυρνούν και με κοιτάνε επιθετικά.

«Τι σκατά;» λένε σχεδόν και οι τρεις μαζί. Για να είμαι ειλικρινής, θα μπορούσα να τους αφήσω να μαλώνουν για πάντα, απλά και μόνο επειδή είχα όλους τους φίλους μου μαζεμένους και ένιωθα πως τίποτα δεν μπορούσε να χαλάσει αυτή τη στιγμή, αλλά πεινούσα τόσο πολύ.

Το τηλέφωνο της Μαριλένας χτυπά. «Ναι;» Και τότε η Μαριλένα παγώνει.

 

ΦΟΙΤΗΤΙΚΕΣ  ΙΣΤΟΡΙΕΣ: Πίτσα & θάνατος

«Η Κατερίνα αυτοκτόνησε» λέει. Παγώνουμε και οι υπόλοιποι. Ο Γιώργος ξεπαγώνει αυτόματα.

«Ποια είναι η Κατερίνα;»

«Ήταν φίλη μας στο πρώτο έτος» λέω. Δεν μπορώ να το πιστέψω. «Πώς; Γιατί;»

«Μου είπαν ότι πήρε χάπια. Δεν μπορώ να καταλάβω…» Η Μαριλένα κάθεται στο κρεβάτι και προσπαθεί να βρει τι να πει μετά.

«Γιατί σταματήσατε να κάνετε παρέα;» Ο Αρτ κάνει τις ερωτήσεις που θέλουμε να αποφύγουμε. Κοιτιόμαστε με την Μαριλένα.

«Δεν είναι ότι σταματήσαμε. Δεν μαλώσαμε, δηλαδή. Ξέρεις πώς είναι οι παρέες του πρώτου έτους». Η Κατερίνα δεν ήταν όμως μια απλή παρέα του πρώτου έτους. Η Κατερίνα ήταν κάτι σαν σίφουνας. Όσο απότομα μπήκε στην παρέα, άλλο τόσο απότομα έφυγε, αφήνοντάς μας αποσυντονισμένους. Κανείς δεν ήταν απόλυτα σίγουρος τι έκανε η Κατερίνα, ή ποια ήταν. Απλά βρισκόταν στα ίδια μέρη με εμάς, μαθαίναμε πληροφορίες από την ζωή της. «Επίσης είναι η κοπέλα που μου πήρε την παρθενιά».

 

*

 

Η διαφορά μεταξύ της παρθενιάς του άντρα και της γυναίκας βρίσκεται στο ότι του άντρα είναι αμελητέα. Το πέος είναι κατασκευασμένο με τέτοιο τρόπο, ώστε να εισβάλλει και να κατακτά. Τεχνικά, η Κατερίνα δεν μου πήρε την παρθενιά, όσο ήταν η πρώτη γυναίκα που το πέος μου κατέκτησε. Όπως ο άνθρωπος κάρφωσε μια σημαία στο φεγγάρι, με παρόμοιο τρόπο είχα καρφώσει την ύπαρξή μου σε έναν άλλο άνθρωπο.

Για την ακρίβεια, είχε κρατήσει δύο λεπτά. Μαζί με τα προκαταρκτικά. Και ήταν από πάνω.

«Έχεις κάνει σεξ με κάποια που τώρα είναι νεκρή!» λέει ο Γιώργος.

«Πώς νιώθεις;» με ρωτάει ο Αρτ.

Δεν είναι ότι νιώθω κάπως, κι αυτό μου φαίνεται περίεργο. Είχα να μιλήσω με την Κατερίνα περισσότερα από τρία χρόνια, σχεδόν την είχα ξεχάσει. Λένε ότι δεν ξεχνάς ποτέ την πρώτη σου φορά, μα δεν ήταν μία ανάμνηση που άξιζε να κρατήσω. Απλά συνέβη, και λίγες μέρες μετά η Κατερίνα σταμάτησε να μας μιλάει.

«Θέλεις να μάθω κάποιο τηλέφωνο απ’ το σπίτι της, για να πεις συλλυπητήρια;» ρωτάει η Μαριλένα.

«Για ποιο λόγο να το κάνω αυτό; Απλά πηδηχτήκαμε! Μία φορά!»

«Ναι, αλλά ήταν η πρώτη σου…» συνεχίζει ο Γιώργος.

«Έχασες την παρθενιά σου τύφλα, με τον μαλάκα ξάδερφό μου, στο κρεβάτι μου, πριν δυο βδομάδες. Αν σου έλεγαν τρία χρόνια μετά πως πέθανε, θα έπαιρνες τηλέφωνο στο σπίτι του; ‘Ναι, γεια σας, λυπάμαι τόσο πολύ για τον γιο σας, είμαι ο τύπος που τον πήδηξε σ’ ένα πάρτι!’»

«Σταματάω να μιλάω» λέει ηττημένος.

«Έχετε την παραμικρή ιδέα γιατί θα μπορούσε να αυτοκτονήσει;» ρωτάει ο Αρτ. Κι εγώ και η Μαριλένα σηκώνουμε τους ώμους.

«Βασικά δεν την ξέραμε τόσο καλά. Δηλαδή, ξέραμε ποια ήταν, αλλά δεν ξέραμε ποια ήταν».

«Πάντα έμοιαζε λίγο χαμένη» λέει η Μαριλένα.

«Λες να έπαιρνε ναρκωτικά;» ρωτάω εγώ.

«Ήταν κάπως χίπισσα».

«Φορούσε πολλά χαϊμαλιά».

«Και μπίντι. Φορούσε μπίντι».

«Τι σκατά είναι το μπίντι;» ρωτάει ο Γιώργος.

«Εκείνο το ινδικό που το κολλάνε ανάμεσα στα μάτια;»

«Ήταν Ινδή;»

«Ναι, το Κατερίνα έβγαινε από το Γιασμίν» λέω ειρωνικά.

«Έχω διαβάσει γι’ αυτό. Λέγεται cultural appropriation. Είναι όταν οι λευκοί παίρνουν πράγματα από άλλες κουλτούρες και τα οικειοποιούνται» συνεχίζει ο Γιώργος. «Μου ακούγεται πολύ δήθεν η τύπισσα».

«Συνειδητοποιείτε ότι μιλάμε για μια νεκρή;» μας επαναφέρει ο Αρτ. «Κάνατε παρέα μ’ αυτή την κοπέλα και δεν ξέρετε τίποτα γι’ αυτήν;»

«Δεν νομίζω πως υπήρχε και τίποτα να ξέρουν, η γκόμενα πρέπει να μην είχε ζωή!»

«Τώρα σίγουρα δεν έχει ζωή» λέει η Μαριλένα. Μας σοκάρει, γυρνάμε και την κοιτάμε. Κι εγώ αρχίζω να γελάω.

«Είστε απαίσιοι, πάω για κατούρημα» δηλώνει ο Αρτ και σηκώνεται.

Ο Γιώργος επιστρέφει στο κινητό του, η Μαριλένα κοιτάει το πάτωμα, κι εγώ αρχίζω να νιώθω περίεργα. Μήπως πίσω από όλα τα αστεία υπήρχαν ενοχές; Κι αν η Κατερίνα δεν ήταν εσκεμμένα ένας γρίφος, και απλά εμείς παραλείψαμε να ασχοληθούμε μαζί της; Κι αν δεν βρέθηκε κανένας έπειτα από εμάς που να ήθελε να την καταλάβει;

«Ίσως είμαστε όντως απαίσιοι» μονολογώ. Η Μαριλένα με κοιτάει, αλλά δεν μιλάει. Ξέρω ότι σκέφτεται το ίδιο. Πως μια κοπέλα πέθανε και θα πρέπει να περάσουμε την υπόλοιπη ζωή μας αναρωτώμενοι αν ήμασταν κι εμείς μια απ’ τις αιτίες.

 

 

Total
0
Shares
Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *