Girls Talk | Αρνητικό x αρνητικό = θετικό

Οι άνθρωποι που έχουν βιώσει την απώλεια και τον πόνο είναι αυτοί που μας προκαλούν αίσθημα συμπάθειας και εμπιστοσύνης, αυτούς ονομάζουμε αγαπημένους και αυτούς αποκαλούμε όμορφους ανθρώπους.

Οι άνθρωποι που έχουν βιώσει την απώλεια και τον πόνο είναι αυτοί που μας προκαλούν αίσθημα συμπάθειας και εμπιστοσύνης, αυτούς ονομάζουμε αγαπημένους και αυτούς αποκαλούμε όμορφους ανθρώπους.

 «Θα κοιμηθείς;»  με ρώτησε. «Δε νομίζω, όχι σύντομα τουλάχιστον» απάντησα. Μέσα μου γινόταν ένας πόλεμος από σκέψεις, αναθεωρήσεις, θυμό. Δύο φωνούλες μάλωναν έντονα μέσα στο κεφάλι μου: Μα γιατί συνέβη αυτό; Ήταν προφανές. Όχι δεν ήταν. Έγινε για καλό; Μα ποιο καλό; Όλα είναι χάλια τώρα. Όχι δεν είναι…  «Έρχομαι από εκεί , πάμε κάπου βόλτα» είπε και σβέλτα έκλεισε το τηλέφωνο.

 Όταν βιώνεις μία απώλεια μόνο κάποιος με ανάλογο κενό μπορεί να σε καταλάβει. Ήξερα ότι το δικό του κενό ήταν από εκείνα τα αδιόρθωτα, εκείνα που δεν γεμίζουν, που δεν φτιάχνουν απλά μαθαίνεις να ζεις μ’ αυτά. Το δικό μου ήταν ξαφνικό μεν αλλά  περιστασιακό. Ένας χωρισμός μπορεί να φέρνει δάκρυα τα οποία βέβαια στεγνώνουν γρήγορα, ένας θάνατος όμως φέρνει δάκρυα και πολλά άλλα επίσης.

«Φτάνει πια με το κλαδευτήρι τα έχεις ρημάξει όλα» με μάλωσε και χαμογέλασε. Είχαμε καταλήξει στην αυλή ενός ήσυχου εξοχικού να κουρεύουμε το γρασίδι και να φροντίζουμε τα φυτά. Ήμουν καλά και αυτός ήταν καλύτερα. Νιώθεις πολύ σπουδαίος όταν βοηθάς κάποιον να κάνει ένα μικρό βήμα προς την καλύτερη εκδοχή του εαυτού του, να ξεπεράσει τα προβλήματα και τις ανησυχίες του. Ποτέ ως τότε δεν είχα σκεφτεί ότι πέρα από τα μαθηματικά, οι κανόνες της άλγεβρας εφαρμόζονται και στη ζωή. Έβλεπα μπροστά μου δύο αρνητικές καταστάσεις να γεννάνε μία θετική.

Για μία τελευταία φορά οι φωνούλες ακούστηκαν ξανά: Και τώρα που χωρίσαμε; Ε και τι έγινε; Τι θα κάνουμε τώρα; Θα κάνουμε τα πάντα όσα λαχταρούσαμε τόσο καιρό. Θα κοιτάξουμε κατάματα τον ήλιο, θα νιώσουμε το καλοκαιρινό αγέρι στα μαλλιά, θα ζήσουμε για μας, χωρίς τύψεις. Και η φοβισμένη φωνούλα συμφώνησε και σώπασε.

Ο αέρας μύριζε κομμένο γρασίδι και ο ήλιος έστελνε δειλά τις τελευταίες ακτίνες. « Πάμε για βουτιά!» είπε κι εγώ άρπαξα την απλωμένη πετσέτα και είπα απλά «Πάμε»!

Total
0
Shares
Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *