Η αβάσταχτη (αν)ασφάλεια του καναπέ

Πιάτα και ποτήρια στοιβαγμένα με τάξη ή χύμα, δίπλα στον νεροχύτη σε κοιτάνε κάθε πρωί όταν φτιάχνεις καφέ. Χαζεύεις το κρεβάτι σου, λίγο μετά το ξυπνητήρι, ζαβλακωμένος από αυτόν τον ύπνο που σου στράβωσε το λαιμό. Δυο χαρτάκια και μια φωτογραφία στο ψυγείο σου θυμίζουν πως τα συναισθήματα είναι κύματα και έρχονται και φεύγουν. Τα κάδρα στραβά, να βασανίζεις καλά τον ψυχαναγκασμό σου. Τα φυτά σου διψάνε για μερικές σταγόνες σου και τα ρούχα πεταμένα στην καρέκλα, παρακαλάνε να τα βάλεις πίσω στην ασφάλεια της ντουλάπας.

Και κάπου πίσω σου, ο καναπές. Όλοι στον έρωτα εξύμνησαν τα κρεβάτια. Κρεβάτια κενά, κρεβάτια φλογερά, τσαλακωμένα, με σκεπάσματα και κουβέντες, με χάδια και φωνές, με αγκαλιές και κλάματα. Όσα όμως ξέρει ο καναπές, δε τα ξέρει ο κόσμος όλος. 

Στέκεται εκεί, σχεδόν μόνος, με μερικά μαξιλάρια για παρέα. Αναπληρωματικός του διπλού σου κρεβατιού και ας σε έχει κοιμίσει πολλά βράδια μεθυσμένο ή σκασμένο από το φαγητό με ανοιχτή την τηλεόραση. Σε έχει δει στα καλά σου, τα κακά σου, στα καλύτερά σου και στα χείριστά σου. Δεν μαρτυράει τίποτα σε κανένα. Έχει μάθει να μην ενοχλεί, ίσως μόνο λίγο τη μέση σου. Και αν είχε στόμα θα σου έλεγε όλες εκείνες τις λεπτομέρειες που προσπαθείς να ξεχάσεις ή πασχίζεις να θυμηθείς.

Έχει το τηλεκοντρόλ χωμένο και κρυμμένο κάπου στα κενά του, ένα όμορφο κάλυμμα, φοντάρει σε έναν λευκό φόντο και είναι πάντα εκεί για σένα ακόμα και αν τον θεωρείς παλιοσίδερα. Σε αγκάλιασε με εκείνη την λακκούβα που έχει δημιουργήσει το βόλεμά σου πάνω του. Σε είδες να γελάς όταν χτύπησε πρώτη φορά το κινητό σου με το όνομά του και δε σου κράτησε μούτρα που σηκώθηκες και έφερνες βόλτες στο σπίτι από την ανησυχία. Και χασκογέλασε και εκείνος μαζί σου όταν έκατσες πάλι στο μπράτσο του με ανακούφιση, έχοντας κανονίσει το ραντεβού.

Απογεύματα με καφέ και μουσική, να κάθεσαι πάνω του, να έχεις την αίσθηση ότι ο έρωτας δε τελειώνει ποτέ. Χωρίς πολλά ρούχα, ξαπλωμένοι στην αριστερή γωνία, με μπόλικη χαλαρότητα να αιωρείται στην ατμόσφαιρα. Κάτι γλυκόλογα να μπαίνουν ψυθιριστά στα αφτιά σου, κάτι γρατζουνιές να τρίβονται στα πιο φθαρμένα του σημεία και να σε πονάνε, αλλά να μη σε νοιάζει. Δυο ποτήρια με καφέ να στέκονται στο απέναντι τραπέζι και ένα τασάκι να τον βρωμίζει με στάχτες. Τα μαξιλάρια πεταμένα στην άλλη γωνία, μαζί με τα ρούχα σας. Τώρα τα θυμάσαι όλα αυτά και γελάς, αλλά έχεις μείνει μόνος να τα σκέφτεσαι, πάνω στον καναπέ.

Ένα βράδυ, μπήκες σπίτι και άρχισες με λυγμούς να κλαις. Παράτησες τα πράγματα στο πάτωμα, έκατσες φαρδιά πλατιά στον καναπέ και τότε άρχισαν τα δάκρια να καίνε τα μούτρα σου. Έξω δεν ένιωθες ασφάλεια να το κάνεις, μη σε πάρει κάνα μάτι και σε αρχίσει το ψιλό. Πήρες ένα ποτήρι, άνοιξες το μπουκάλι και σε όλες τις πιθανές στάσεις βολεύτηκες για να σκεφτείς. Μέσα στην σούρα σου πήρες τηλέφωνο έναν φίλο. ’Ηρθε και ο καναπές σου τον βόλεψε κι αυτόν. Τον φιλοξένησε, τον κοίμισε, του είπε ευχαριστώ αντί για εσένα που το πρωί ο πονοκέφαλος σου τρύπαγε το κεφάλι.

Άλλο βράδυ ξαπλώνατε εκεί αγκαλιά. Βλέπατε κάτι ανούσιο για να περάσει η ώρα. Σας πήρε ο ύπνος, με το κεφάλι του να ακουμπάει στην κοιλιά σου. Σε ξύπνησε γλυκά και σε κουβάλησε μέχρι το κρεβάτι. Τον κοίταξες με κάτι μισάνοιχτα μάτια και γύρισες πλευρό. Ένα φιλί αρκούσε να σε κάνει να μεταφερθείς. 

Ένα πρωινό Δευτέρας είχες ξυπνήσει νωρίτερα απ΄ότι συνήθως. Είχες ακόμα πολύ ώρα μπροστά σου μέχρι να πας για δουλειά. Ετοιμάστηκες, δεν άνοιξες ποτέ το κινητό σου και έμεινες εκεί να συζητάς, μέχρι να περάσουν τα λεπτά για να περάσεις την πόρτα. Έφερες πρωινό και κάτσατε στον καναπέ. Λέγατε για τα σχέδιά σας, τα άγχη σας, το πότε θα βρεθείτε ξανά μέσα στην ημέρα. Τίποτα δεν τράβαγε τα πόδια σου πιο δυνατά στο έδαφος από την έλξη του καναπέ που ένωνε τη στιγμή σας.

Τότε που τσακωθήκατε και πήγες εκεί ,δειλά, στην γωνία του, το θυμάσαι; Γιατί ο καναπές σου το θυμάται. Θυμάται όλα όσα σιγά έλεγες και σκεφτόσουν αν θα τα πεις. Ξέρει και για εκείνο το δάκρυ που ρούφηξες απότομα για να μη σε καταλάβουν. Έκατσες εκεί, στο σαλόνι, για να ηρεμήσεις. Να μη τον βλέπεις, να μη σε βλέπει κι αυτός έτσι με τα μούτρα κατεβασμένα. Ήρθε στο μέρος σου, σου ζήτησε συγγνώμη. Και την έκανε πράξη πάνω στον καναπέ αυτόν.

Άραζες στον καναπέ και τον έβλεπες να τριγυρνάει σπίτι. Να πηγαίνει εδώ και εκεί, να δουλεύει, να διαβάζει, να ακούει μουσική. Όταν άραζες εσύ, έρχονταν εκεί, δούλευες στο λάπτοπ και σου έδινε ένα φιλί. Διέκοπτε για λίγο τις σκέψεις σου. Μετά έπιανες πάλι τα ακουστικά και συνέχιζες να ζεις στον δικό σου κόσμο, όπου με ένα μαγικό τρόπο ήταν και αυτός μέσα.

Και την τελευταία φορά την θυμάσαι σίγουρα. Έκατσες ξανά σε αυτόν τον καναπέ, στην μέση του, έδεσες τα παπούτσια σου και ήσουν έτοιμη να φύγεις μια και καλή γιατί ένιωθες η παρουσία σου να μη χωράει πουθενά και ακόμα και ο καναπές έμοιαζε ανίκανος να σε ησυχάσει.

Ο καναπές σε ζητά, ίσως καμιά φορά περισσότερες απ’ ότι σε ζητώ εγώ. Βλέπεις, είναι το βόλεμα, αυτό που εκείνος ξέρει πολύ καλά πως είναι. Τα πράγματα που έχουμε μπροστά μας ίσως έχουν μια μεγαλύτερη ουσία από αυτή που νομίζουμε. Έχουν ζήσει μαζί μας στιγμές και ξέρουν την αλήθεια προτού την δούμε εμείς. Εθελοτυφλούμε στο γεγονός ότι δεν έχουν ψυχή. Παίρνουν όμως λίγη από αυτή που εμείς τους δίνουμε με τις στιγμές μας. 

Τώρα που αράζεις μόνος, μη σε πιάνει το παράπονο. Γιατί τα ίδια έλεγες και την προηγούμενη φορά. Και ο καναπές γέλασε, γιατί ο καναπές ξέρει. Ξέρει πως πάνε και έρχονται όλα. 

Total
0
Shares
Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *