Ο φίλος που έφυγε στα ξένα δεν θα γίνει ποτέ ξένος

Ήταν Οκτώβρης και είχαμε βγει για να γιορτάσουμε τα γενέθλια της. Και το φευγιό της. Μακριά από την Ελλάδα, σε μια άλλη πατρίδα που τότε δεν ξέραμε ότι θα γίνει πατρίδα, ήταν το «πάμε και βλέπουμε», γιατί για όλους ήταν πιο βολικό να το καταπιούμε έτσι. Όπως και το μπέργκερ που φάγαμε οι τρεις μας εκείνο το βράδυ. Το κερί που σβήσαμε ήταν ένα, οι μπύρες που ήπιαμε λίγο περισσότερες. Τα δάκρυα πνιχτά, τα χτυπήματα στην πλάτη αισιόδοξα και γεμάτα θάρρος για ό,τι ήταν να έρθει, κάπου κάπου σκεφτόμουν πως θα ήταν σαν να πηγαίνει διακοπές. Ο φόβος βουβός, «θα ξεχαστούμε;», το άγνωστο αγχωτικό.

Ποτέ μέχρι τότε δεν ήταν το άγχος αποχωρισμού τροφή για σκέψη στο μυαλό καμιάς μας, αλλά εκείνη η περίοδος ήταν περίοδος ραγδαίων αλλαγών και συντριβής μιας ρουτίνας που ποτέ πριν δεν είχε διαταραχτεί ολοσχερώς. Ο φίλος είναι πάντα εκεί, ό,τι κι αν γίνει. Και κόσμος μπορεί να έφυγε πιο πριν, πιο μετά, ποτέ δεν είχε αυτή την βαρύτητα η απώλεια, ή για να το πω πιο σωστά, ποτέ δεν χρειάστηκε να το ζυγίσω τόσο μέσα μου. Ο τάδε φίλος έφυγε, στεναχωρήθηκα, στεναχωρήθηκε, η ζωή συνεχίστηκε, η αγάπη έμεινε, η επαφή αραίωσε και η απώλεια έγινε συνήθεια μας. Όχι με εκείνη πάντως, η απώλεια δεν έγινε συνήθεια.

Δεν ξέρω αν το έχεις προσέξει, αλλά συμβαίνει πάντα το ίδιο δυστύχημα· ποτέ δεν αντιλαμβάνεσαι τη χαρά και τη λύπη όταν συμβαίνει, στον βαθμό που συμβαίνει, πάντα η απόσταση κάνει τα πράγματα να φανούν στην πραγματική τους διάσταση, λες και είμαστε καταραμένοι να ζούμε σε αποσπάσματα τα συναισθήματα μας.

Αυτές τις μέρες κατέβηκα στην Κύπρο πρώτη φορά για να τη βρω και τίποτα δεν μπορεί να αλλοιώσει το πώς αισθάνομαι για εκείνη, το πόσο οικείο θα μας είναι να αρπαχτούμε στο λεπτό και μετά από λίγο να νοιαζόμαστε η μία την άλλη, το πώς οι σιωπές εν προκειμένω σε διάφορες στιγμές δεν έχουν καμία σημασία, γιατί φτάνει που η μία είναι με την άλλη. Δεν είχε σπουδαία σημασία το που είμασταν ή το τι κάναμε, όσο το ότι είμασταν μαζί (κι ας μην υπήρχε κανένας ενθουσιασμός για το waterpark, τώρα ελπίζω να καταλαβαίνεις το γιατί!). Στο τέλος αυτό που μετράει είναι το μαζί, είναι το ότι η σχέση παραμένει ζωντανή και ανακυκλώνει τις στιγμές της, σε Αθήνα, Λεμεσό και όπου αλλού προκύψει. Προσπάθησα να δω τη ζωή της, να βρω τις νέες της συνήθειες, πολλές φορές νιώθω πως έμενα ανόητα βουβή, αλλά σκεφτόμουν όλα αυτά που έπαιρνα σαν πληροφορίες και η φαντασία μου ταυτόχρονα κάλπαζε για όλα αυτά που δεν μπορούσα να δω εκείνη την ώρα στη «νέα της ζωή».

Έφυγε και από τότε ο καιρός συνεχίζει να περνά με τον ίδιο ρυθμό με πριν και οι στιγμές που θα βρεθούμε θα είναι πάντα πολύ σημαντικές και τις στιγμές που δεν μιλάμε θα τις κάνουμε να φαίνονται πολύ ασήμαντες, γιατί αν ξεστομίσεις το «έλειψες, έπρεπε να είσαι εδώ» πονάει χειρότερα από πυρωμένες καρφίτσες στις πατούσες. Αυτόν τον Οκτώβρη θα συμπληρώσει τέσσερα χρόνια που λείπει και πάντα θα κάνω σαν να μη λείπει κι ας μην είναι εδώ στα πιο σημαντικά, στα πιο ασήμαντα, σε αυτή την μπύρα afterwork όπου η μία θα γινόταν τέσσερις, πέντε και ένα hangover στη δουλειά την επόμενη μέρα, σε διαφωνίες γιατί εκείνη είναι πολύ commeilfaut, ενώ εγώ πιο χύμα, σε ατελείωτες βλακείες και σε πολλά άλλα σοβαρά, γιατί έτσι είναι η φιλία. Μπορεί να μην είναι συνέχεια εδώ, ούτε εγώ εκεί και να θα βρεθούμε ξανά στον ίδιο τόπο. Κανείς δεν ξέρει, αλλά πάντα θα την ψάχνω στις στιγμές μου και πάντα θα είναι κάπως εκεί, κι ας μην το ξέρει, ας κοιμάται ή ας βρίσκεται σε μια παραλία με παρατημένο το κινητό για να βρει την ηρεμία της. Τόσο μακριά κι όμως πάντα τόσο κοντά, ό,τι κι αν συμβεί. Ο φίλος που έφυγε στα ξένα δεν θα γίνει ποτέ ξένος.

Total
4
Shares
Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *