Όλα όσα νόμιζα συν κάτι ακόμα που δεν έμαθα ακόμη

«Τι ωραίες που είναι οι Κυριακές στη Θεσσαλονίκη!» , είπα στο Χάρη. «Ναι, ειδικά όταν έχουν τσίπουρο» μου είπε και τσουγγρίσαμε τα μικρά ποτήρια με τον πάγο. «Πολύ καλή η ιδέα σου να έρθουμε στα κάστρα για φαγητό» μου είπε. Χαμογέλασα και ένα ζεστό αεράκι που μύριζε θαλασσινά με μια ιδέα ελπίδας κι άνοιξης μου ανακάτωσε τα μαλλιά. Τα χάιδεψα απαλά και τα σουλούπωσα πίσω από το αυτί μου. Και συ ακόμη να με πάρεις τηλέφωνο…

Όταν τελικά πήρες τα μασούσες. Είχες βγει με τον Τάσο , λέει χτες. Και είχες λέει χανγκόβερ από τις βότκες. Και , α ναι, σου κάνανε έκπληξη οι γονείς σου και σου φέραν φαγητό. Και γω σου είπα «Καλά. Και περαστικά.»

«Πάμε αν είναι για κανένα καφέ.»  Είχε μόλις σουρουπώσει στη συμπρωτεύουσα. «Θέλω αλλά να σου πω, δεν πήρα σακάκι και κρυώνω λίγο.» είπα στο Χάρη.

«Χμ. Καλά ότι θες.»   

«Νομίζω ότι έχω ένα λευκό σακάκι στο σπίτι του Μάνου. Πάρκαρε εσύ και ανεβαίνω μια στιγμή να το πάρω»

Δεν ξέρω τι περίμενα να δω. Στ’ αλήθεια πίστευα πως ήμουν παρανοϊκή ή έστω ήλπιζα να ήμουν. Άνοιξα την πόρτα και σε φώναξα, όμως δεν απάντησες. Είχες φύγει. Το λευκό μου σακάκι βρισκόταν κρεμασμένο επάνω στο καλόγερο που πήραμε από τα ΙΚΕΑ. Θυμάσαι που σου είπα «Δεν έχει κατσαβίδια αυτό το σπίτι; Τι σόι άντρας είσαι;» και γελάσαμε. Μόνη μου τον έστησα, και κρέμασα τα πανωφόρια σου και σου έκανα έκπληξη ένα απόγευμα.

Όμως ξέραμε και οι δύο ότι οι γονείς σου δεν ήρθαν ποτέ να σου φέρουν φαγητό εκείνη την Κυριακή. Κι ότι δεν είχες βγει με τον Τάσο. Κι ότι δεν ξύπνησες μόνος εκείνο το πρωί. Όλα μου τα πράγματα βρέθηκαν στοιβαγμένα στο τελευταίο συρτάρι και στο κομοδίνο, που άλλες νύχτες ακουμπούσα το ρολόι μου, σήμερα είχε δυο ποτήρια με νερό. Και στο πάτωμα προκλητικά με χάζευαν τα λερωμένα με ψέματα σεντόνια σου.

Μπορεί να μην είσαι αυθεντία στο να καλύπτεις τα ψέματά σου αλλά τουλάχιστον έχεις ενημερωμένη κάβα. Έβαλα μια βότκα με δυο παγάκια σε ένα χαμηλό ποτήρι και έκατσα στο σαλόνι σου φορώντας ακόμη τις γόβες μου και φυσικά το λευκό μου σακάκι. Ήπια δυο τρεις δυνατές γουλιές και παρατήρησα για λίγο τη σκιά μου μέσα στο ημίφως του δωματίου. Με έπαιρνες απανωτά τηλέφωνα όταν σου είπα έλα μια στιγμή απ’ το σπίτι να σου πω.

Χωρίς το σακάκι μου δεν θα υπήρχε τίποτε να σε ρωτήσω, τίποτε να μου πεις. Εκείνη τη μέρα το αγάπησα λίγο παραπάνω αυτό το σακάκι ξέρεις. Όταν άνοιξες την πόρτα μου είπες πως δεν είναι αυτό που νομίζω. Κι εγώ ήξερα πως ήταν όσα νόμιζα συν κάτι ακόμα που δεν έμαθα ακόμη…

Σήμερα είναι Κυριακή. Πλέον έχει ζέστη δε φοράνε οι άνθρωποι σακάκια. Νόμιζα πως θα σε έβλεπα μέσα στο τσίπουρο που πίνω. Ή στους καλόγερους που δεν είναι απ’ τα ΙΚΕΑ και δεν τους έστησα εγώ, ή στα ποτήρια με το νερό ή στη φάτσα του Τάσου. Δεν είσαι πουθενά. Ούτε εσύ ούτε τα ψέματα σου. Και γω χαμογέλασα και το αεράκι που μύριζε ελπίδα και καλοκαίρι  μου ανακάτωσε τα μαλλιά. Και γω δεν έκανα τίποτε. Τα άφησα έτσι ανάκατα.

Total
1
Shares
Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *