Στην ιδέα πως το Ποσείδι κλείνει…

Η ιδέα και μόνο, έφερε στη ψυχή μου μαυρίλα και με τσαντίλα αναλογίστηκα τις επιπτώσεις μιας τέτοιας κίνησης: πού θα έχουν πια να ξεδώσουν οι φοιτητές μετά από τη πίεση της καλοκαιρινής εξεταστικής (που δεν είναι και η πιο ευχάριστη, διαβάζοντας στη βιβλιοθήκη θερμοκήπιο);

Το Ποσείδι κλείνει! Η ιδέα και μόνο, έφερε στη ψυχή μου μαυρίλα και αναλογίστηκα τις επιπτώσεις μιας τέτοιας κίνησης:
πού θα έχουν πια να ξεδώσουν οι φοιτητές μετά από τη πίεση της καλοκαιρινής εξεταστικής (που δεν είναι και η πιο ευχάριστη, διαβάζοντας στη βιβλιοθήκη θερμοκήπιο);

Και επειδή είμαι μιας ηλικίας (τέτοιας που ο εγκέφαλος – όμοιος με ελβετική γραβιέρα, γεμάτος τρύπες αλλά ίσως όχι τόσο νόστιμος), βυθίστηκα στη καρέκλα μου και βυθίστηκα σε σκέψεις και αναμνήσεις εκείνης της χρυσής εποχής, όπου ο Λάμπρος Κωνσταντάρας έκοβε βόλτες στη παραλία με το πορτοκαλί μαγιό και τη χρυσή καδένα, περιμένοντας να βγούνε από τις καμπάνες τα λάγνα μεταπολεμικά κορμιά για να κάνει το κόρτε του, προτείνοντας ένα λονγκ ντρινκ στη νεαρά γραμματέα του κυρίου Μπισμπικούδη, βιομήχανου…

…τη σκηνή αυτή διέκοψε η αγριοφωνάρα του εισπράκτορα “Ποσείδι, τελικός σταθμός” (μετά από τα αλλεπάλληλα -άνοιξε πίσω, κλείσε, πάμε, και το θερινό σάουντρακ του οδηγού του λεωφορείου, οπωσδήποτε λάτρη της μπαρόκ κλασσικής που η διεύθυνση των ΚΤΕΛ αναγκάζει να παίζει ασταμάτητα τα χιτάκια του χειμώνα). Με το μυαλό σούπα από όλους τους θορύβους και με τη συνδρομή του χθεσινοβραδινού μεθυσιού που δε πρόλαβε να ολοκληρωθεί γιατί έπεσα σε κώμα, πήρα τα πόδια, το σακ βουαγιάζ και αφού χαμογέλασα κουρασμένα στους υπόλοιπους που δεν ήταν και σε καλύτερη κατάσταση από το “κλάψε με μάνα κλάψε με”, πέρασα αφήνοντας κάθε ελπίδα πνευματικής ανάτασης και ανασυγκρότησης στο στρατόπεδο συγκέντρωσης φοιτητών και λοιπών βαρεμένων από την πληθώρα χρόνου.

Μετά από την υποχρεωτική αναμονή στην ουρά, πίσω από τις κοκόνες που κάνουν τις αναγκαίες ερωτήσεις (“υπάρχει μαγαζί για να αγοράσουμε αντηλιακό γκυλαρώς σε περίπτωση που τελειώσει το δικό μας;” – όχι δεσποινίς μου, μπορώ να σας δώσω όμως γιαούρτι όταν θα καψαλιστείτε, άντε τελειώνετε μια ώρα αρχύτερα και ευχαρίστως να σάς το ρίξω στη μάπα εγώ ο ίδιος), ήρθε η στιγμή του εντοπισμού της σκηνής, μιας και ανήκα στους άτυχους που η εξεταστική τους τελείωνε όταν οι θερμοκρασίες στη πόλη θύμιζαν Αριζόνα και έτσι στηρίζονταν στους τυχερούς που εφάρμοζαν το σύστημα σαλταπήδα (η λογοκρισία μού απαγορεύει το να εξηγήσω σε τι συνίσταται, ας πούμε ότι το εφήρμοζαν έμπειροι λοκατζήδες και κοπανατζήδες). Αφού απόθεσα τα πράγματά μου στη πολυέστερ σκηνή, ώστε να βεβαιωθώ ότι τα φαγητά μέσα στο τάπερ θα βράσουν και θα αποστειρωθούν, είπα να πάω για το πρώτο μου μπάνιο για να δει το γαλακτερό μου δέρμα ο ήλιος. Επειδή όμως το αντηλιακό είχε εξαντληθεί από τις προαναφερθείσες δεσποινίδες, μεταμορφώθηκα σε κοτόπουλο και διανοητικά και μαγειρικά και έτσι κατέληξα στο ιατρείο του κάμπινγκ. Με το που άκουσα πέντε μέρες αναρρωτήριο έκλεψα το κουτάλι και άρχισα να σκάβω λαγούμι για να αποδράσω, ενώ με κοιτούσε με απορία ο γαστρεντεριασμένος του διπλανού κρεβατιού, μιας και η πόρτα ήταν ορθάνοιχτη. “Το κάνω για στυλ, να το λέω στα εγγόνια μου”

Και έτσι κατέληξα καπνίζοντας μπανανόφλουδες και πεπονόσπορους με αγνώστους, τραγουδώντας λαϊκά που δεν είχα ακούσει ποτέ (συμπληρώνοντας κατά το έθιμο την τελευταία συλλαβή του κάθε στίχου, κατά προτίμηση γκαρίζοντας), μέχρι που με πήρε το κύμα της επιστροφής στο ΚΤΕΛ και έτσι αποκαταστάθηκε η τάξη στο μυαλό μου, ευτυχισμένος που έκανα επιτέλους διακοπές.

Total
0
Shares
Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *