Συνέντευξη με τον Νίκο Πορτοκάλογλου | Ο δρόμος μου δείχνει την κατεύθυνση

Συμπληρώνει 30 χρόνια στη δισκογραφία και έχει λόγους να το γιορτάζει, όπως μας εξηγεί παρακάτω, κι ας φαίνεται το κλίμα αντίθετο σε γιορτές. Είπαμε πολλά.
Συμπληρώνει 30 χρόνια στη δισκογραφία και έχει λόγους να το γιορτάζει, όπως μας εξηγεί παρακάτω, κι ας φαίνεται το κλίμα αντίθετο σε γιορτές. Είπαμε πολλά. Πήραμε τη διαδρομή από την αρχή και φτάσαμε μέχρι τους νέους «καλεσμένους» του, μερικούς από τους καλύτερους ερμηνευτές και δημιουργούς της νέας γενιάς, όπως ο Κωστής Μαραβέγιας, η Νατάσσα Μποφίλιου, ο Πάνος Μουζουράκης, ο Γιάννης Χαρούλης, ο Λεωνίδας Μπαλάφας. Το κυριότερο που μένει, κατά τη γνώμη μου, από τη συζήτηση που θα διαβάσετε είναι ότι το ταξίδι του συνεχίζεται με ανησυχίες και πειραματισμούς. Κι αυτό αξίζει να το κρατήσουν όλοι οι νεότεροι που θέλουν να δοκιμαστούν σε οποιοδήποτε χώρο. 
 
Εσείς από τη μουσική σας διαδρομή όλα αυτά τα τριάντα χρόνια, τι έχετε μάθει ή έστω κερδίσει;
Πολλές φορές κοιτάω πίσω και προσπαθώ να καταλάβω αν η πορεία που διάλεξα με έχει βγάλει σε καλούς τόπους ή το αντίθετο. Είμαι καταρχάς πανευτυχής που στα δεκαοχτώ μου διάλεξα αυτό το δρόμο. Θυμάμαι ότι εκείνη την εποχή είχα συναντήσει τον ποιητή Πέτρο Μοροζίνη, ο οποίος με ρώτησε τι θέλω να κάνω και του απάντησα ότι θέλω να ζήσω σαν μουσικός. Τότε είχα αρχίσει να γράφω τα πρώτα μου τραγούδια, τον «Άσωτο Υιό» και μου είπε «το ξέρεις ότι η ζωή του μουσικού είναι πάρα πολύ σκληρή;», του λέω «το φαντάζομαι» αλλά φανταζόμουν και ότι θα έχει και πολλές χαρές και ότι θα είναι μία μεγάλη περιπέτεια. Τώρα πλέον λέω ότι είμαι ευτυχής γιατί όντως έτσι ήταν και αυτός είχε δίκιο και εγώ. Ήταν μεγάλος λάτρης της μουσικής και απλώς ήθελε να με προειδοποιήσει ότι η μουσική δεν είναι μόνο ωραίες νότες αλλά είναι μία σκληρή δουλειά με απογοητεύσεις, δεν είναι μόνο το χειροκρότημα στο τέλος και ειδικά όταν είσαι δημιουργός. Από μικρός αυτό ονειρευόμουνα, δεν ήθελα απλά να ερμηνεύω. Η δημιουργία, ξέρεις, έχει και εποχές στην έρημο, στην ξηρασία αλλά έχει και εποχές γόνιμες. Ένα πράγμα που σίγουρα έμαθα είναι να ζω στην αβεβαιότητα, το οποίο ειδικά στις μέρες μας είναι πολύ χρήσιμο.
 
Υπήρχαν άνθρωποι εκεί στο ξεκίνημα, η συνάντηση με τους οποίους σας «προκάλεσε» θετικά;
Εκείνα τα χρόνια εκτός από τα πολλά ξένα ινδάλματα που είχα, θαύμαζα τον Διονύση Σαββόπουλο, οπότε όταν είχα αρχίσει να γράφω τα πρώτα μου τραγούδια, άνοιξα τον τηλεφωνικό κατάλογο, βρήκα το τηλέφωνο του και τον παρακάλεσα να μου αφιερώσει λίγο χρόνο να ακούσει τα τραγούδια μου. Μου αφιέρωσε αρκετό χρόνο και ήταν πολύ γενναιόδωρος με την άποψη ότι σχολίασε τη δουλειά μου αρκετές φορές, μου έδωσε συμβουλές και μου είπε πολύ χρήσιμα πράγματα. Αυτό πάντα το κρατάω σαν κληρονομιά και προσπαθώ να το κάνω και εγώ σε νεότερους καλλιτέχνες και ειδικά όποτε βλέπω κάποιον που αξίζει.  
Επίσης η δεύτερη καθοριστική συνάντηση μου ήταν με τον Τάσο Φαληρέα, που είχε τότε το θρυλικό δισκάδικο Pop Eleven και έκανε και παραγωγές. Μετά από ένα γύρο στις δισκογραφικές εταιρείες όπου άφησα την κασέτα με τα πρώτα τραγούδια που ηχογραφήσαμε με τους «Φατμέ» και αφού οι απαντήσεις ήταν όλες αρνητικές, πήγα από το δισκάδικό του Τάσου. Άκουσε επί τόπου την κασέτα και μου είπε να την ακούσουμε μαζί. Η πρώτη του ατάκα ήταν «Που ήσουν εσύ τόσο καιρό; Εσένα έψαχνα». Στην αρχή νόμιζα ότι μου έκανε πλάκα και η δεύτερη ατάκα ήταν «Πότε μπορείτε να μπείτε στο στούντιο;». Μερικές μέρες μετά όντως ξεκινήσαμε τον πρώτο δίσκο όπου βλέποντας οι εταιρείες ότι ο Φαληρέας ενδιαφέρθηκε για ένα καινούργιο γκρουπ και μάλιστα και οι εταιρείες που μας είχαν απορρίψει άρχισαν να μας αντιμετωπίζουν διαφορετικά. 
Μετά μας παρότρυνε ο Τάσος να υπογράψουμε στην ΕΜΙ για να ξεκινήσουμε με μία εταιρεία που έχει τα μέσα και όχι σε μία μικρή ανεξάρτητη. 
Ο Τάσος ήταν ένας άνθρωπος που με στήριξε όλα τα χρόνια μέχρι και πέρυσι που πέθανε. Και παρεμπιπτόντως αυτός ήταν ο πρώτος δίσκος που βγήκε αρχές του 1982 και από τον οποίο ξεκινάει αυτή η δισκογραφική τριακονταετία.
 
Δεν έχετε μείνει όμως μόνο στο κομμάτι της δημιουργίας, είστε «ανήσυχος» γενικά.
Πάντα ήμουν «ανήσυχος», πάντα ήμουν ανικανοποίητος σε βαθμό κακουργήματος. Με τα χρόνια κατάλαβα ότι η ιδιότητα του συνθέτη, η ίδια η λέξη δηλαδή σημαίνει πολλά πράγματα γιατί όταν λέμε τη λέξη συνθέτω εννοούμε ότι ενώνουμε με ένα δημιουργικό τρόπο πράγματα αντίθετα, αυτό ήταν η μεγάλη μου λαχτάρα. Στο στίχο το ένστικτό μου, μου έλεγε από νωρίς ότι ο καλός στίχος δεν προκύπτει από τις απόψεις μας αλλά από το ασυνείδητο, δηλαδή δεν βγαίνει από αυτά που ξέρουμε αλλά από αυτά που δεν ξέρουμε γι΄αυτό και δεν είχα ποτέ σε εκτίμηση το λεγόμενο πολιτικό τραγούδι, το έβλεπα σαν μία έκθεση ιδεών, μία παράθεση τσιτάτων, το λεγόμενο πολιτικό τραγούδι. Ίσως όλα τα σπουδαία τραγούδια να είναι πολιτικά αλλά μιλάω για τα τραγούδια με τα τσιτάτα.
 
 
«Της μεταπολίτευσης χαμένη γενιά», στίχος από ένα κομμάτι ένα κομμάτι που γράψατε πολύ παλιά αλλά λόγω συνθηκών επανέρχεται πολύ επίκαιρο στη σημερινή πραγματικότητα. 
Το τραγούδι εκείνο στο οποίο αναφέρομαι στους «αντάρτες της πορδής με τα λεφτά του μπαμπά» το έγραφα για τους συνομήλικους μου που τσακωνόντουσαν στις καφετέριες της Νέας Σμύρνης στο αν είχε δίκιο ο Στάλιν ή ο Τρότσκι και μετά πήγαιναν και έτρωγαν το φαγάκι της μαμάς που ήταν σκεπασμένο με ασημόχαρτο. Τόνιζε αυτή την υποκρισία του άλλο να λες και άλλο να κάνεις. Αυτό δυστυχώς είναι ακόμα επίκαιρό για να μην πω ότι έχει πάρει διαστάσεις πολύ μεγαλύτερες, εθνικές πια. Σαφώς θα ήθελα αυτό να είχε εξαλειφθεί και να το βλέπω μόνο ιστορικά, σαν καταγραφή των γεγονότων και εκείνης της στιγμής. Από την άλλη βέβαια η αξία των τραγουδιών ήταν ότι πάνε πίσω από τη βιτρίνα της επικαιρότητας και θίγουν κάτι πιο βαθύ και αναλλοίωτο μέσα στο χρόνο. Αυτή είναι η διαφορά μεταξύ τραγουδιών που αντέχουν στο χρόνο και τραγουδιών που είναι χρονογραφήματα της εποχής. Ίσως αυτό που έλεγα τότε να είναι κάτι πολύ βαθύτερο μέσα στην ψυχή του Έλληνα από ένα χαρακτηριστικό της μεταπολίτευσης. Άρα λοιπόν είναι πολύ σημαντικό το να μπαίνεις πίσω από τη βιτρίνα και να βλέπεις κάτι πιο υπαρξιακό πίσω από τα δίπολα της εποχής, αριστερός, δεξιός, μνημονιακός, αντιμνημονιακός.
 
Ζούμε σε μία αντίφαση με όλο αυτό που περιγράφουμε, από την άλλη όμως βλέπουμε ανθρώπους που τα καταφέρνουν και γράφουν αξιόλογα τραγούδια. Μήπως πρέπει να συμφιλιωθούμε με αυτή την αντίφαση και απλώς το πιο ωφέλιμο μέρος να είναι το πιο ισχυρό και όχι αυτό που θα μας οδηγήσει σε φθορά;
Αυτός είναι και ο λόγος που διάλεξα να γιορτάσω τα τριάντα χρόνια γιατί η σκέψη μου ήταν ότι μέσα στον κατακλυσμό εγώ θα γιορτάζω; Αλλά η δεύτερη σκέψη ήταν ότι στον απολογισμό των τριάντα χρόνων, που συμπίπτουν με την αρχή της φούσκας και με το τέλος της, ίσως έχει περισσότερη αξία το να κάνουμε και έναν θετικό απολογισμό. Είμαι περήφανος για αυτά που έχω κάνει και το ότι υπερίσχυσε κατά τη γνώμη μου ο κακός μας εαυτός σε κοινωνικό επίπεδο, το ότι έχουμε τους χειρότερους δυνατούς εκπρόσωπους ως πολιτικό προσωπικό και όλα αυτά που έχουν γίνει και πληρώνουμε τώρα τη διαφθορά και το πελατειακό κράτος, την τεμπελιά, το να τα θέλουμε όλα είναι τραγικός απολογισμός. Από την άλλη όλα αυτά τα χρόνια υπήρχαν και άνθρωποι που δούλευαν και δεν έκλεβαν. Έκαναν και έργο και δεν εννοώ μόνο από τον καλλιτεχνικό χώρο αλλά και γιατρούς, εκπαιδευτικούς και επιχειρηματίες, δημιουργικοί άνθρωποι σε όλα τα επίπεδα και κυρίως έντιμοι.
 
Επιλέγετε το τελευταίο άλμπουμ να γίνει μαζί με καλλιτέχνες της νεότερης γενιάς. Πως έγινε η επιλογή και γενικά πως επιλέγετε τους συνεργάτες σας;
Έχω κάνει πολλές συνεργασίες στη διαδρομή μου, σε όλες όμως νιώθω ότι υπήρχε λόγος για να γίνουνε και πρέπει να σου πω ότι νιώθω πάρα πολύ πλούσιος με τις συνεργασίες που έχω κάνει. Δεν θα σκεφτόμουνα να ξανακάνω γιατί όντως με τους περισσότερους που θαύμαζα έχω συνεργαστεί. Όταν συνειδητοποίησα ότι κοντεύω να κλείσω τριάντα χρόνια ήταν η εποχή που ήμουν στο Πήλιο και έγραφα και σκέφτηκα ότι θέλω να το γιορτάσω γιατί μετά από τριάντα χρόνια εξακολουθώ να αγαπάω τη μουσική και να έχω τον ίδιο ενθουσιασμό. Αν δεν έγραφα καινούργια τραγούδια ίσως να μην το έκανα αυτό. Σκέφτηκα να το συνδυάσω και να κάνω ένα διπλό δίσκο που θα έχει δέκα καινούργια και δέκα παλιότερα και επειδή είχα αρχίσει ήδη να κάνω πράγματα που μου άρεσαν, όπως το να πάω σε συναυλία του Μαραβέγια, της Μποφίλιου, του Χαρούλη ή του Μπαλάφα είχα αρχίσει να βλέπω εκεί κάτι που είχε ζωντάνια, ενθουσιασμό και μουσικό ενδιαφέρον. Συνειδητοποιούσα ότι με συνδέουν αρκετά πράγματα με αυτούς όπως η αφοσίωση στη δουλειά. Όλοι είναι τραγουδοποιοί και τραγουδιστές που λειτουργούν μέσα σε μια παρέα, έχουν μια δικιά τους μπάντα, προσπαθούν να δημιουργήσουν το δικό τους ήχο και είναι αφοσιωμένοι και ταγμένοι σε αυτό. Δεν το παραχωρούν εύκολα ούτε τρέχουν να συνεργαστούν με μία μεγάλη φίρμα αλλά το χτίζουν σιγά σιγά με αφοσίωση. Αυτό ειλικρινά με συγκινεί. Σκέφτηκα λοιπόν τα γενέθλια αυτά να τα γιορτάσω έτσι, να καλέσω τα παιδιά αυτά και αν δω ότι είναι θετικοί και θέλουν να συμμετάσχουν τότε εντάξει και έτσι και έγινε. 
 
Πάντως δεν σταματάτε να πειραματίζεστε…
Υπάρχει μία καινούργια γενιά μουσικών γύρω στα τριάντα, οι οποίοι είναι πολύ ψημένοι ήδη και είναι και πιο ενδιαφέροντες σαν μουσικοί γιατί έχουν πιο ανοιχτούς ορίζοντες απ΄ ό,τι είχαν οι μουσικοί της γενιάς μου. Στη γενιά μου έβρισκα εύκολα έναν ροκ κιθαρίστα, όταν όμως του ζητούσα να παίξει σε μία ανατολίτικη κλίμακα με ξενέρωνε. Αυτό δείχνει μεγαλύτερο σεβασμό και γνώση στην ίδια τη μουσική, δεν είναι τυποποιημένοι. Προσωπικά είμαι πολύ ευτυχής με τη μπάντα που έχω τα τελευταία χρόνια. Ο βασικός μου συνεργάτης είναι ο Βασίλης Χαλκάνης που είναι εκπληκτικός κοντραμπασίστας και ήταν και συμπαραγωγός στο δίσκο, είναι ο Θεσσαλονικιός Μιχάλης Βρέττας που παίζει βιολί και τραγουδάει, είναι ο άλλος ο Θεσσαλονικιός Μιχάλης Καπυλίδης στα τύμπανα, ο Νίκος Σάλτας που παίζει πλήκτρα, ακορντεόν και τραγουδάει και ο Νίκος Πασσαλίδης που παίζει τα παραδοσιακά όπως ούτι, μπαγλαμά, τα πάντα. Σε αυτή τη φάση πειραματίστηκα πολύ με το παραδοσιακό κομμάτι. Στο δίσκο λοιπόν έχει αποτυπωθεί αυτό.
 
Τι σκέφτεστε από εδώ και πέρα;
Πάντα ο δρόμος μου δείχνει την κατεύθυνση, εν κινήσει βρίσκω τη νέα κατεύθυνση. Αυτή τη στιγμή νιώθω σαν να ταξιδεύω με ένα αυτοκίνητο και ξαφνικά βλέπω έναν ωραίο δρόμο και βγαίνω από την εθνική για να τον ακολουθήσω χωρίς να ξέρω που βγάζει αλλά το ένστικτό μου με οδηγεί εκεί. Eτοιμάζω τις συναυλίες του καλοκαιριού, θέλω να παίξω τα καινούρια τραγούδια και να πάρουν το βάπτισμα του πυρός. Ήδη μερικά από αυτά έχουν πάρει το δρόμο τους, το αισθάνθηκα και από τις εμφανίσεις μου το χειμώνα και από εκεί και πέρα δεν ξέρω τι άλλο μπορεί να βγει. Θα ήθελα να κάνω μουσική για σινεμά γιατί πάντα αυτό μου βγάζει ιδέες ή ίσως και κάτι άλλο που δεν το έχω ξανακάνει.
 
Total
0
Shares
Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *