Γιατί ένας συνθετικός μπαμπουίνος μπορεί να κερδίσει την επόμενη Eurovision

Μια ομάδα μουσικών, καλλιτεχνών και προγραμματιστών θέλησαν να αναζητήσουν τα όρια της ανθρώπινης δημιουργικότητας και να τα προσπελάσουν – έτσι γεννήθηκε το Blue Jeans and Bloody Tears. Και διάολε είναι κολλητικό.

Αγάπη, έρωτας, παγκόσμια ειρήνη: αυτές είναι οι κυρίαρχες θεματικές στις οποίες βουτά (σχεδόν) κάθε τραγούδι που πέρασε από τον μουσικό διαγωνισμό-φαινόμενο της Eurovision, σμιλεύοντας στην πορεία κομμάτια με lyrics που θυμίζουν τις ασυναρτησίες που γράφονται σε μπλούζες παζαρίσιες (love makes peace forever Toronto 1956 YES). Εντάξει, υπάρχουν και οι ευχάριστες εξαιρέσεις – οι γλυκές ανάπαυλες που λειτουργούν ως οάσεις σε μια έρημο με μπαλάντες και αγνά άσματα, τα οποία δοξάζουν τα 80’s ως εποχή μουσικά αλάνθαστη και αναντικατάστατη.

Μάλιστα, είναι τόσο φορμουλαϊκός ο τρόπος που ξερνιούνται τα cookie-cutter χιτάκια σε κάθε Eurovision, που μια ομάδα καλλιτεχνών, μουσικών και προγραμματιστών αποφάσισε να ταΐσει σε ένα σύστημα τεχνητής νοημοσύνης παραπάνω από 100 τραγούδια παρελθοντικών διαγωνισμών για να δει τι θα συνθέσουν οι καλωδιωμένες εγκεφαλικές του συζυγίες. Στη συνέχεια, οι αλγόριθμοι παρήγαγαν χιλιάδες νέες γραμμές στίχων, από τις οποίες επιλέχθηκαν προσεκτικά μερικές μουσικές μονάδες και «συγκολλήθηκαν» σε ένα τραγούδι.

Και τα πλαστικά χείλη του συνθετικού μπαμπουίνου λάλησαν ετούτο εδώ:

Μετά το πρώτο άκουσμα θα σας φανεί εξαιρετικά μέτριο, μετά το δεύτερο passable at best, μετά το τρίτο θα σιγοτραγουδάτε baby bye bye bye. Είναι ό,τι κοντινότερο έχουμε σε τραγούδι αν ο David Bowie τραγουδούσε στους Daft Punk.

Ναι, είναι ένα ακουστικό παραλήρημα – παραμένει ωστόσο ένα κολλητικό παραλήρημα (και, dare we say, ευχάριστο μετά 2-3 ακουσμάτων). Και εδώ έγκειται το μεγαλύτερο πρόβλημα: Αποτελεί ένα κομμάτι αυτομάτως ταυτοποιήσιμο ως τραγούδι Eurovision, από τα ασυνάρτητα λόγια μέχρι τις δύο αλλαγές κλειδιού στο τέλος – έχουμε συνδέσει το κιτς, το επαναλαμβανόμενο, το κλισέ και ακουστικά δυσλεξικό με την Eurovision. Και αυτό δεν είναι απαραιτήτως κακό.

Τί γίνεται όταν θυσιάζεται η μουσική καινοτομία στο βωμό του ευκολόπεπτου θεάματος;

Η Eurovision ανέκαθεν υπήρξε ένας θεσμός που αποθεώνει το κιτς και το ηχητικά πομπώδες – είναι μια θερινή γιορτή που πολλές φορές στοχεύει σε καλοκαιρινά χιτάκια πακεταρισμένα με το περιτύλιγμα του πολιτικά ορθού, προκρίνοντας την «εκφραστική ελευθερία» του καλλιτέχνη ως αυτόματη απάντηση σε οποιαδήποτε κριτική για την ποιότητα της μουσικής της. Λες και η ταυτότητα του εκάστοτε δημιουργού (ενταγμένη πάντα στο πλαίσιο της «Ευρωπαϊκής γιορτής όπου οι ντροπές εξανεμίζονται») αρκεί για να δικαιολογήσει μια νέα ξεπλυμένη μπαλάντα ή ένα ακόμη Despacito.

Το παρόν άρθρο δε θα επιχειρήσει περαιτέρω κριτική στον θεσμό και τη μηχανή παραγωγής κλωνοποιημένων πολιτισμικών προϊόντων – ενδιαφέρεται περισσότερο να θίξει το ζήτημα μιας καθιερωμένης συνταγής για «κομμάτια τύπου Eurovision».

Αν το Blue Jeans and Bloody Tears καταφέρνει να εμφιαλώσει σε 3 λεπτά μελοποιημένης φανφάρας το πνεύμα ενός διαγωνισμού με μουσική ιστορία 64 χρόνων, τότε, ίσως, πρέπει να αναρωτηθούμε αν τα στάνταρ του κοινού ελαττώνονται (επαναπροσδιορίζονται) κάθε χρόνο, αν κάθε εποχή προστάζει μια δική της βιομηχανία εκτύπωσης εύπεπτων πολιτισμικών προϊόντων, ή, αν, η αδιαφορία μας ως κοινό τελικά υπερνικά την ανάγκη μας να αναζητήσουμε κάτι που ίσως να ταιριάξει περισσότερο στα ακουστικά και αισθητικά μας γούστα.

Total
0
Shares
Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *